Ισπανικά → Αγγλικά - dirigirse

προφορά
v. address, direct to; leave; manage, conduct

Ισπανικά → Γαλλικά - dirigirse

προφορά
1. (libros) se reporter à
2. (movimiento) se rendre; se diriger

Ισπανικά → Γερμανικά - dirigirse

προφορά
v. hinsteuern, verfügen: sich verfügen, zugehen, zufahren, herantreten

Ισπανικά → Ρωσικά - dirigirse

προφορά
v. направляться

Ισπανικά → Κορεατικά - dirigirse

προφορά
v. 향하다, 말을 걸다, 가다: ...로 가다


© dictionarist.com