Αγγλικά → Ελληνικά - din

προφορά
ουσ. θόρυβος, κρότος, φασαρία
ρήμ. βρόντος, θορυβώ, κλαγγάζω, κροτώ, ξεκουφαίνω

Αγγλικά → Αγγλικά - din

προφορά
n. noise, ruckus, loud racket
v. make a loud noise, create a din, make a noisy clamor
n. DIN, German Institute of Standards

Αγγλικά → Γαλλικά - din

προφορά
n. tapage, vacarme, chahut
v. faire du vacarme; marteler

Αγγλικά → Γερμανικά - din

προφορά
n. Lärm, Getöse
v. dröhnen; Krach machen

Αγγλικά → Ινδονησιακά - din

προφορά
n. keriuhan, hiruk-pikuk, kehirukpirukan, gemerincing, gemuruh, keributan, bahana
v. meneriakkan terus-menerus

Αγγλικά → Ιταλικά - din

προφορά
s. chiasso, baccano, strepito, frastuono
v. intronare, rintronare, stordire; ripetere con insistenza, ripetere incessantemente

Αγγλικά → Πολωνικά - din

προφορά
n. stukot, zgiełk, łomot, łoskot, grzechot, gwar, hałas, harmider, kołatanie, rozgwar, rumor, wrzawa
v. huczeć, hałasować, zagłuszać, łoskotać, huknąć, zagłuszyć

Αγγλικά → Πορτογαλικά - din

προφορά
s. barulho, ruído
v. fazer ruído

Αγγλικά → Ρουμανικά - din

προφορά
n. gălăgie, larmă, zarvă, zgomot, vuiet, vacarm, tapaj
v. face zarvă, asurzi

Αγγλικά → Ρωσικά - din

προφορά
с. шум, грохот
г. шуметь, грохотать, оглушать, назойливо повторять, галдеть, вдолбить, гудеть, гудеть в ушах, звенеть в ушах

Αγγλικά → Ισπανικά - din

προφορά
s. estrépito, algarada, barahúnda, baraúnda, batahola, bataola, bochinche, cencerrada, estruendo, fragor, gran ruido, jarana, tabaola, trueno
v. atronar; asordar, atontar con un gran ruido, ensordecer

Αγγλικά → Τουρκικά - din

προφορά
f. gürültü etmek, kafasını şişirmek (Argo) gürlemek; tekrar tekrar söylemek, söyleyip durmak; çınlamak; yankılanmak
i. gürültü, şamata

Αγγλικά → Ουκρανικά - din

προφορά
n. гуркіт
v. шуміти, втовкмачувати

Ρουμανικά → Αγγλικά - din

prep. in, of, at, from, out of, out: from out, off, through, amongst, among, by, on, about, upon

Ισπανικά → Αγγλικά - din

προφορά
[din (m)] n. (Slang) money

Τουρκικά → Αγγλικά - din

προφορά
n. noise, ruckus, loud racket
v. make a loud noise, create a din, make a noisy clamor
n. DIN, German Institute of Standards

Αγγλικά → Ολλανδικά - din

προφορά
zn. lawaai, geraas
ww. kabaal; herrie schoppen

Τουρκικά → Γαλλικά - din

προφορά
dyne [la]; religion [la], culte [le], foi [la]

Τουρκικά → Γερμανικά - din

προφορά
n. Kult, Kultus, Religion

Τουρκικά → Ρωσικά - din

προφορά
n. вера (F), религия (F), вероисповедание (N), культ (M), идеал (M)
adj. религиозный

Αγγλικά → Αραβικά - din

προφορά
‏جلبة، ضجيج، ضجة، عجيج، لغط‏
‏وصم بالضجيج، كرر بإلحاح، ضج، حدث ضجة‏

Αγγλικά → Κινεζικά - din

προφορά
(名) 喧嚣
(动) 以喧闹声扰; 一再叮嘱, 反复告诉; 发出嘈杂声

Αγγλικά → Κινεζικά - din

προφορά
(名) 喧囂
(動) 以喧鬧聲擾; 一再叮囑, 反復告訴; 發出嘈雜聲

Αγγλικά → Χίντι - din

προφορά
n. शोर, शोर-ग़ुल, धूम, कोलाहल, गड़गड़ाहट, गरज
v. गड़गड़ाहट मचाना, शोर मचाना, धूम मचाना, चिल्लाना, ठनठनाना, घनघनाना

Αγγλικά → Ιαπωνικά - din

προφορά
(名) 騒音
(動) うるさく鳴り響く; やかましく言う

Αγγλικά → Κορεατικά - din

προφορά
명. 소음, 시끄러운 소리
동. 소음으로 멍멍하게 하다, 귀를 멍멍하게 하다, 울리다

Αγγλικά → Βιετναμικά - din

προφορά
n. tiếng ồn ào, om sòm, huyên náo
v. la ầm, làm điếc, kêu vang lên

Γερμανικά → Κινεζικά - din

προφορά
缩 Deutsche Industrie Norm(en) 德国工业标准


dictionary extension

Χρονοι ρηματων

Present participle: dinning
Present: din (3.person: dins)
Past: dinned
Future: will din
Present conditional: would din
Present Perfect: have dinned (3.person: has dinned)
Past Perfect: had dinned
Future Perfect: will have dinned
Past conditional: would have dinned
© dictionarist.com