Αγγλικά → Ελληνικά - dike

προφορά
ουσ. πρόχωμα, τάφρος, φράγμα, ανάχωμα

Αγγλικά → Αγγλικά - dike

προφορά
n. embankment constructed to control water, earthwork, rampart, canal
v. build a dike; protect with an embankment; drain with a canal or ditch
v. sew, sew up, stitch up, needle, tailor, seam, plant, erect, fix (eye), cock, construct, crop, engraft, ingraft, perk, perk up, prick up, raise, rear, seam together, seam up, set, set out, set up, sow, put stitches in, upend

Αγγλικά → Γαλλικά - dike

προφορά
n. digue, fossé, dyke (géologie)
v. ériger une digue

Αγγλικά → Γερμανικά - dike

προφορά
n. Deich, Kanal
v. entwässern, eindeichen, eindämmen

Αγγλικά → Ινδονησιακά - dike

προφορά
n. tanggul, pematang, embarau, tambak, bendungan, bendung, empang, parit

Αγγλικά → Ιταλικά - dike

προφορά
s. argine, terrapieno; diga; fosso, fossato, canale; strada sopraelevata; (fig) barriera; (Minier) roccia intrusiva; (Geol) dicco, filone eruttivo
v. proteggere con una diga, arginare

Αγγλικά → Πολωνικά - dike

προφορά
n. grobla, kanał, tama, bariera, dajk, otamowanie, wał
v. ogroblić, otamować

Αγγλικά → Πορτογαλικά - dike

προφορά
s. dique, represa, canal
v. levantar barricada

Αγγλικά → Ρουμανικά - dike

προφορά
n. filon, şanţ, val, dig, zăgaz, obstacol, barieră {fig.}
v. îndigui, stăvili

Αγγλικά → Ρωσικά - dike

προφορά
с. канава, ров, уборная; дамба, плотина, запруда; преграда, препятствие, каменная ограда, дерновая ограда
г. защищать дамбой, окапывать рвом, осушать канавами, мочить в канавах

Αγγλικά → Ισπανικά - dike

προφορά
s. dique, canal, espolón, malecón
v. contener con dique

Αγγλικά → Τουρκικά - dike

προφορά
f. hendek açmak; set çekmek, set yaparak korumak; süslemek
i. set, bent; duvar; siper, hendek, kanal; lezbiyen, sevici kadın

Αγγλικά → Ουκρανικά - dike

προφορά
n. стік, рів, дамба, гребля, перешкода, запруда, канава: стічна канава
v. дамба: захищати дамбою

Αγγλικά → Ολλανδικά - dike

προφορά
zn. dijk, kanaaltje, sloot
ww. een dijk, dam bouwen

Αγγλικά → Αραβικά - dike

προφορά
‏خندق، سد، سياج، جدار، ممر مرتفع، حاجز‏
‏طوق بسد، صان بسد‏

Αγγλικά → Κινεζικά - dike

προφορά
(名) 堤; 坝#沟; 壕沟
(动) 筑堤提防

Αγγλικά → Κινεζικά - dike

προφορά
(名) 堤; 壩#溝; 壕溝
(動) 築堤提防

Αγγλικά → Χίντι - dike

προφορά
n. खाई, मोरी, नाली, नाला, ख़ंदक़, तटबंध, बांध, बंद, सेतु, आड़, रोक, रुकावट

Αγγλικά → Ιαπωνικά - dike

προφορά
(名) 堤防; 溝
(動) 堤防で守る

Αγγλικά → Κορεατικά - dike

προφορά
명. 도랑, 제방, 방벽, 암맥, 방축

Αγγλικά → Βιετναμικά - dike

προφορά
n. đê, con đê, đường đi đắp cao lên, rảnh, đường mương, đường nước chảy, vật ngăn trở, vật ngăn cản, mặc quần áo lể
v. đắp đê, ngâm cây cho mềm, trang điểm thái quá


Χρονοι ρηματων

Present participle: diking
Present: dike (3.person: dikes)
Past: diked
Future: will dike
Present conditional: would dike
Present Perfect: have diked (3.person: has diked)
Past Perfect: had diked
Future Perfect: will have diked
Past conditional: would have diked
© dictionarist.com