Ισπανικά → Αγγλικά - dignidad

προφορά
n. dignity; rank; self respect; tone; fellowship

Ισπανικά → Γαλλικά - dignidad

προφορά
(comportamiento) décorum (m); bienséance (f); dignité (f); respectabilité (f)

Ισπανικά → Γερμανικά - dignidad

προφορά
n. würde, anstand, gemessenheit, ehrenamt, amtswürde, amt, papstwürde, würdenträger

Ισπανικά → Ρωσικά - dignidad

προφορά
n. достоинство, ранг

Ισπανικά → Κορεατικά - dignidad

προφορά
n. 존엄, 고위, 위계


© dictionarist.com