Πορτογαλικά → Αγγλικά - dificultoso

προφορά
adj. cornered, caught, trapped

Ισπανικά → Αγγλικά - dificultoso

προφορά
adj. troublesome; difficult

Ισπανικά → Γαλλικά - dificultoso

προφορά
1. (respiro) asthmatique; poussif
2. (esfuerzo) ardu; pénible; lourd; épuisant; dur; laborieux
3. (situación) difficile; problématique; compliqué

Ισπανικά → Γερμανικά - dificultoso

προφορά
a. schwer, schwierig, beschwerlich, mühsam, mühselig, bedenklich, hart, auffallend, verunstaltet, erschwerend


© dictionarist.com