Ισπανικά → Αγγλικά - dificultad

προφορά
[dificultad (f)] n. difficulty, hardship, trouble; awkwardness; severity; dead weight

Ισπανικά → Γαλλικά - dificultad

προφορά
1. (general) difficulté (f)
2. (uso) incommodité (f)
3. (esfuerzo) difficulté (f); dureté (f); peine (f); fatigue (f); accablement (m) 4. (problema) difficulté (f); problème (m)

Ισπανικά → Γερμανικά - dificultad

προφορά
n. schwierigkeit, beschwerlichkeit, hindernis, behinderung, mühe, not, bedenken, einwand

Ισπανικά → Ρωσικά - dificultad

προφορά
n. трудность, помеха

Ισπανικά → Κορεατικά - dificultad

προφορά
n. 곤란, 어색함


dictionary extension
© dictionarist.com