Αγγλικά → Ελληνικά - devotion

προφορά
ουσ. ευλάβεια, λατρεία, αφιέρωση

Αγγλικά → Αγγλικά - devotion

προφορά
n. faithfulness, dedication
n. devotion, godliness, religiousness, worship, sanctimony

Αγγλικά → Γαλλικά - devotion

προφορά
n. dévouement; dévotion

Αγγλικά → Γερμανικά - devotion

προφορά
n. Hingabe; Aufopferung

Αγγλικά → Ινδονησιακά - devotion

προφορά
n. kesetiaan, bakti, pembaktian, ketaatan, kecintaan, kesayangan

Αγγλικά → Ιταλικά - devotion

προφορά
s. devozione, dedizione, attaccamento; affetto; il consacrare

Αγγλικά → Πολωνικά - devotion

προφορά
n. nabożeństwo, poświęcenie, oddanie, kult

Αγγλικά → Πορτογαλικά - devotion

προφορά
s. devoção, entrega, dedicação

Αγγλικά → Ρουμανικά - devotion

προφορά
n. devotament, dedicare, rugăciune: rugăciuni, cucernicie, cuvioşie, devoţiune, evlavie, sacrificare

Αγγλικά → Ρωσικά - devotion

προφορά
с. преданность, увлечение, сильная привязанность, набожность, религиозное рвение, молитвы

Αγγλικά → Ισπανικά - devotion

προφορά
s. devoción, adoración, piedad, pleitesía, recogimiento, reverencia, veneración; fidelidad, lealtad; unción, dedicación

Αγγλικά → Τουρκικά - devotion

προφορά
i. bağlılık, sadakât, düşkünlük, fedakârlık, özveri

Αγγλικά → Ουκρανικά - devotion

προφορά
n. відданість, прихильність, присвята, побожність, набожність, благочестя, релігійний обряд

Αγγλικά → Ολλανδικά - devotion

προφορά
zn. toewijding; toegevendheid

Γερμανικά → Τουρκικά - devotion

προφορά
adama, (zaman) ayirma, baglilik, düskünlük, dindarlik

Γερμανικά → Ολλανδικά - devotion

προφορά
devotie

Αγγλικά → Αραβικά - devotion

προφορά
‏إخلاص، تقوى، وقف تخصيص، حب شديد، عبادة، صلوات، تفان‏

Αγγλικά → Κινεζικά - devotion

προφορά
(名) 热爱; 投入

Αγγλικά → Κινεζικά - devotion

προφορά
(名) 熱愛; 投入

Αγγλικά → Χίντι - devotion

προφορά
n. वफ़ादारी, अनुराग, निष्ठा, प्रेम, प्यार, मुहब्बत, लाग-लपेट, भक्ति, लगन, धर्मनिष्ठा, दुआ, प्रार्थना, भजन
v. उत्सर्ग

Αγγλικά → Ιαπωνικά - devotion

προφορά
(名) 献身; 専念; 帰依

Αγγλικά → Κορεατικά - devotion

προφορά
명. 헌신, 헌납, 신앙심

Αγγλικά → Βιετναμικά - devotion

προφορά
n. lòng mộ đạo, sùng đạo, kinh cầu nguyện, chân thành, thành tâm, sự tín ngưởng


dictionary extension
© dictionarist.com