Αγγλικά → Ελληνικά - determine

προφορά
ρήμ. ορίζω, προσδιορίζω, καθορίζω, πείθω, υπολογίζω

Αγγλικά → Αγγλικά - determine

προφορά
v. decide, settle; conclude; cause, affect
v. determine, establish, fix, define, will, type, incite, calibrate, constrict, plot
adj. determined, resolute, resolved, purposive, specific, definite, certain, fixed, given, set, decided, bound, dogged, purposeful, determinate, stalwart

Αγγλικά → Γαλλικά - determine

προφορά
v. déterminer, décider, fixer

Αγγλικά → Γερμανικά - determine

προφορά
v. bestimmen, festsetzen

Αγγλικά → Ινδονησιακά - determine

προφορά
v. menentukan, memastikan, menetapkan, mempertetap, mempertetapkan, mematok, memutuskan

Αγγλικά → Ιταλικά - determine

προφορά
v. determinare, fissare, stabilire; risolvere, definire; decidere; sciogliere

Αγγλικά → Πολωνικά - determine

προφορά
v. ustalać, zadecydować, czynić, decydować, definiować, determinować, oznaczać, postanowić, rozstrzygać, skłonić, stanowić, ustalić, rozstrzygnąć

Αγγλικά → Πορτογαλικά - determine

προφορά
v. determinar, estipular

Αγγλικά → Ρουμανικά - determine

προφορά
v. determina, stabili, preciza, fixa, statornici, aprecia, delimita, hotărî, convinge, obliga, decide, cauza, îndupleca, pune capăt la {jur.}, expira {jur.}

Αγγλικά → Ρωσικά - determine

προφορά
г. определять, устанавливать, измерять, вычислять, обусловливать; побуждать, заставлять; разрешать; решать, решаться

Αγγλικά → Ισπανικά - determine

προφορά
v. determinar, decidir, estipular, fijar, imponer, puntualizar, resolver; definir, delimitar

Αγγλικά → Τουρκικά - determine

προφορά
f. kararlaştırmak, karara bağlanmak, karara varmak; belirlemek; neden olmak; sabitleştirmek; saptamak

Αγγλικά → Ουκρανικά - determine

προφορά
v. визначати, вимірювати, обчислювати, обумовлювати, заміряти, заумовлювати, наважуватися

Πορτογαλικά → Αγγλικά - determine

προφορά
[determinar] v. determine, define; appoint; fix, resolve; access; ascertain; condition; govern, order

Ισπανικά → Αγγλικά - determine

προφορά
[determinar] v. determine; define; decide; establish; dispose

Αγγλικά → Ολλανδικά - determine

προφορά
ww. beslissen, besluiten, vaststellen

Αγγλικά → Αραβικά - determine

προφορά
‏فصل، حدد، حسم، فصل فى، عقد العزم، حتم، أنهى، صفى، إتخذ قرارا، إنتهى، رسم الحدود، قرر‏
‏محتوم‏

Αγγλικά → Κινεζικά - determine

προφορά
(动) 决定; 判决, 裁定; 使决定, 使下决心; 确定; 决定; 判决; 终止

Αγγλικά → Κινεζικά - determine

προφορά
(動) 決定; 判決, 裁定; 使決定, 使下決心; 確定; 決定; 判決; 終止

Αγγλικά → Χίντι - determine

προφορά
v. निश्चय करना, निर्धारित करना, तय करना, ठान लेना, स्थिर करना, निपटाना

Αγγλικά → Ιαπωνικά - determine

προφορά
(動) 決心する; 決定する; 確定する

Αγγλικά → Κορεατικά - determine

προφορά
동. 결심시키다, 결정하다; 결론을 내다; 영향을 미치다, 작용하다

Αγγλικά → Βιετναμικά - determine

προφορά
v. định rỏ, định trước, vạch biên giới, phân xử dứt khoát, quyết định, giải trừ, thủ tiêu, mản hạn, đến kỳ, nhứt quyết


dictionary extension

Χρονοι ρηματων

Present participle: determining
Present: determine (3.person: determines)
Past: determined
Future: will determine
Present conditional: would determine
Present Perfect: have determined (3.person: has determined)
Past Perfect: had determined
Future Perfect: will have determined
Past conditional: would have determined
© dictionarist.com