Πορτογαλικά → Αγγλικά - desmesurado

προφορά
adj. inordinate, immoderate; unmeasured

Ισπανικά → Αγγλικά - desmesurado

προφορά
adj. disproportionate, excessive; boundless; impudent

Ισπανικά → Γαλλικά - desmesurado

προφορά
1. (precios) excessif; immodéré; outré; exagéré; démesuré
2. (grado) démesuré; déraisonnable; excessif

Ισπανικά → Γερμανικά - desmesurado

προφορά
a. maßlos, unmäßig, übermäßig, schrankenlos, ungeheuer, uferlos, riesengroß, frech, unverschämt

Ισπανικά → Ρωσικά - desmesurado

προφορά
adj. огромный

Ισπανικά → Κορεατικά - desmesurado

προφορά
adj. 과도한, 무한한


dictionary extension
© dictionarist.com