Αγγλικά → Ελληνικά - designing

προφορά
ουσ. σχέδιο, σχεδίασμα
επίθ. υστερόβουλος, πανούργος, δολόπλοκος, ραδιούργος

Αγγλικά → Αγγλικά - designing

προφορά
n. sketching, outlining, planning; plotting, scheming

Αγγλικά → Γαλλικά - designing

προφορά
n. design, conception, visées

Αγγλικά → Γερμανικά - designing

προφορά
[design] v. entwerfen, skizzieren; planen
n. Zeichnung, Entwurf; Intrige

Αγγλικά → Ινδονησιακά - designing

προφορά
n. pembuatan pola-pola
a. berkomplot, bersekongkol, daya: penuh tipu daya

Αγγλικά → Ιταλικά - designing

προφορά
s. disegno, studio, progettazione, creazione

Αγγλικά → Πολωνικά - designing

προφορά
n. projektowanie, kreślarstwo
a. projektowy

Αγγλικά → Πορτογαλικά - designing

προφορά
s. esboço, desenho; trama

Αγγλικά → Ρουμανικά - designing

προφορά
n. proiect, desen, uneltire, intrigă
a. intrigant

Αγγλικά → Ρωσικά - designing

προφορά
с. проектирование, конструирование, интриганство

Αγγλικά → Ισπανικά - designing

προφορά
s. diseño, arte del diseño

Αγγλικά → Τουρκικά - designing

προφορά
s. becerikli, düzenbaz, kurnaz

Αγγλικά → Ουκρανικά - designing

προφορά
n. проектування, конструювання, планування
a. планувати: що планує, проектувати: що проектує, інтригуючий

Αγγλικά → Ολλανδικά - designing

προφορά
zn. ontwerp; plan; listig

Αγγλικά → Αραβικά - designing

προφορά
‏تصميم، تخطيط، رسم تصوير‏
‏ماكر، مولع بالتآمر‏

Αγγλικά → Κινεζικά - designing

προφορά
(名) 设计; 阴谋

Αγγλικά → Κινεζικά - designing

προφορά
(名) 設計; 陰謀

Αγγλικά → Χίντι - designing

προφορά
n. डिज़ाइन बनाना, ड्राफ़्ट तैयार करना
a. नियत कर देनेवाला, योजना बनानेवाला, रूप-रेखा बनानेवाला, ख़ाका बनानेवाला, मक्कार, कपटी, चालाक, छली, धूर्त, कपटपूर्ण

Αγγλικά → Ιαπωνικά - designing

προφορά
(名) 設計
(動) デザインをする; 設計する; 考案する

Αγγλικά → Κορεατικά - designing

προφορά
명. 설계; 음모, 계획

Αγγλικά → Βιετναμικά - designing

προφορά
a. hay mưu mô, quỷ quyệt, gian xảo, xảo trá


dictionary extension
© dictionarist.com