Αγγλικά → Ελληνικά - descent

προφορά
ουσ. κατάβαση, κάθοδος, καταγωγή, κατωφέρεια, κατηφοριά, προέλευση

Αγγλικά → Αγγλικά - descent

προφορά
n. going down; downward slope; lineage; sudden attack; handing down of property; act of lowering oneself morally

Αγγλικά → Γαλλικά - descent

προφορά
n. descente, pente; origine généalogique, dynastie; légation

Αγγλικά → Γερμανικά - descent

προφορά
n. Abstieg, Hinunterrollen; Herkunft, Dynastie; Überfall; Erbe

Αγγλικά → Ινδονησιακά - descent

προφορά
n. turunnya, lereng, lerengan, keturunan, asal usul, sulalat, baka, nenek moyang, serbuan

Αγγλικά → Ιταλικά - descent

προφορά
s. discesa; china, pendio; discendenza, lignaggio, stirpe, nascita; (fig) declino, decadenza; calata, invasione; (Dir) trasmissione ereditaria, passaggio in eredità

Αγγλικά → Πολωνικά - descent

προφορά
n. schodzenie, zejście, spadek, filiacja, opadanie, pochodzenie, krew, ród, napad {wojsk.}, upadek, wyradzanie się, wywód

Αγγλικά → Πορτογαλικά - descent

προφορά
s. descida, piora; origem, dinastia; ataque; herança

Αγγλικά → Ρουμανικά - descent

προφορά
n. coborâre, pripor, declin, origine, sânge, obârşie, baştină, generaţie, neam, ascendenţă, descendenţă, pantă, povârniş, decădere, transmitere prin moştenire, atac brusc

Αγγλικά → Ρωσικά - descent

προφορά
с. спуск, снижение, понижение, склон горы, склон, скат, падение, опускание; происхождение, поколение; наследование, передача по наследству; внезапное нападение, десант [воен.]

Αγγλικά → Ισπανικά - descent

προφορά
s. descenso, bajada, declinación, declive, pendiente; descendencia, abolengo, ascendencia, descendimiento, origen

Αγγλικά → Τουρκικά - descent

προφορά
i. iniş, alçalma; baskın; çöküş, düşme; madene inme; yokuş; nesil, köken; miras kalma; üşüşme

Αγγλικά → Ουκρανικά - descent

προφορά
n. спуск, зниження, пониження, схил, схилок, спад
v. зіходити
a. десантний

Αγγλικά → Ολλανδικά - descent

προφορά
zn. afgang, neergang; oorsprong, afstamming; overval; is toegestaan

Αγγλικά → Αραβικά - descent

προφορά
‏هبوط، منحدر، أصل، نسب، سلالة، نزول، سقوط، إنتقال ملكية، بنحدر من سلالة ما، ظهور مفاجئ، غارة، هجوم مباغت، جيل، مهاجمة‏

Αγγλικά → Κινεζικά - descent

προφορά
(名) 降落, 侵袭, 家系

Αγγλικά → Κινεζικά - descent

προφορά
(名) 降落, 侵襲, 家系

Αγγλικά → Χίντι - descent

προφορά
n. उतराई, उतरान, उतार, ढाल, ढलान, अवरोह, गिराव, अवतरण, उत्पत्ति, पीढ़ी

Αγγλικά → Ιαπωνικά - descent

προφορά
(名) 降下; 下山; 下り坂; 家系

Αγγλικά → Κορεατικά - descent

προφορά
명. 강하, 하강; 내리막 언덕; 계통; 급습; 재산의 계승; 도덕적인 타락

Αγγλικά → Βιετναμικά - descent

προφορά
n. sự xuống, hạ xuống, giốc, đường giốc, cuộc tấn công, đổ bộ thình lình, khám sét, sự suy sụp, sự hạ xuống, con cháu, dòng dỏi


dictionary extension
© dictionarist.com