Πορτογαλικά → Αγγλικά - desatado

προφορά
adj. undone, opened; destroyed; untied

Ισπανικά → Αγγλικά - desatado

προφορά
adj. free; wild; loose; light-headed

Ισπανικά → Γαλλικά - desatado

προφορά
(violencia) débridé; déchaîné; sans contrôle

Ισπανικά → Γερμανικά - desatado

προφορά
a. ungebunden, frei

Ισπανικά → Ρωσικά - desatado

προφορά
adj. развязный

Ισπανικά → Κορεατικά - desatado

προφορά
adj. 묶이지 않은, 자유러운, 야생의


dictionary extension
© dictionarist.com