Αγγλικά → Ελληνικά - depress

προφορά
ρήμ. καταπιέζω, ταπεινώνω, αδυνατίζω, αποκαρδιώνω, μελαγχολώ, προξενώ κατάθλιψη

Αγγλικά → Αγγλικά - depress

προφορά
v. make sad, discourage; press down on

Αγγλικά → Γαλλικά - depress

προφορά
v. déprimer, décourager; baisser, appuyer, enfoncer

Αγγλικά → Γερμανικά - depress

προφορά
v. deprimieren; erschweren, drücken

Αγγλικά → Ινδονησιακά - depress

προφορά
v. menekan, menyedihkan, murung: membuat murung, memuramkan, melemahkan, menurunkan

Αγγλικά → Ιταλικά - depress

προφορά
v. deprimere, abbattere, avvilire, scoraggiare; indebolire, svigorire; (Comm) ridurre, abbassare; premere; (Mus) calare il tono di

Αγγλικά → Πολωνικά - depress

προφορά
v. zniżać, pognębiać, przygnębiać, deprymować, struć, zniżyć

Αγγλικά → Πορτογαλικά - depress

προφορά
v. deprimir; pressionar, comprimir

Αγγλικά → Ρουμανικά - depress

προφορά
v. apăsa, afunda, deprima, necăji, descuraja, face să slăbească, diminua, scădea, trage în jos

Αγγλικά → Ρωσικά - depress

προφορά
г. подавлять, угнетать, огорчать, приводить в уныние, нажимать, ослаблять; понижать цену, понижать стоимость, опускать

Αγγλικά → Ισπανικά - depress

προφορά
v. deprimir, abatir, desanimar, desmoralizar, entristecer; reducir, reducir la actividad de; oprimir, apretar, presionar; decaerse, desalentarse; ser deprimente

Αγγλικά → Τουρκικά - depress

προφορά
f. moralini bozmak, neşesini kaçırmak, sıkmak; bastırmak; azaltmak; düşürmek; kısmak

Αγγλικά → Ουκρανικά - depress

προφορά
v. придушувати, пригнічувати, пригноблювати, знижувати, ослабляти, подавляти

Αγγλικά → Ολλανδικά - depress

προφορά
ww. onderdrukken; kloppen; druk uitoefenen, drukken op

Αγγλικά → Αραβικά - depress

προφορά
‏نقص، خفض، وقع كآبة، ضغط، نزل، حزن، أضعف‏

Αγγλικά → Κινεζικά - depress

προφορά
(动) 使沮丧; 压下; 使消沉

Αγγλικά → Κινεζικά - depress

προφορά
(動) 使沮喪; 壓下; 使消沈

Αγγλικά → Χίντι - depress

προφορά
v. नीचा करना, कम करना, खिन्न करना, दबाना, अवनत करना, विनीत करना, उदास करना, झुकाना, मूल्य कम करना

Αγγλικά → Ιαπωνικά - depress

προφορά
(動) 落胆させる, がっかりさせる; 弱める; 落とす

Αγγλικά → Κορεατικά - depress

προφορά
동. 기를 꺾다, 우울하게 하다; 내리누르다, 저하시키다

Αγγλικά → Βιετναμικά - depress

προφορά
v. hạ xuống, kéo xuống, xô, đẩy, làm giãm bớt, suy nhược


dictionary extension

Χρονοι ρηματων

Present participle: depressing
Present: depress (3.person: depresses)
Past: depressed
Future: will depress
Present conditional: would depress
Present Perfect: have depressed (3.person: has depressed)
Past Perfect: had depressed
Future Perfect: will have depressed
Past conditional: would have depressed
© dictionarist.com