Ισπανικά → Αγγλικά - dependiente

προφορά
adj. dependant; dependent

Ισπανικά → Γαλλικά - dependiente

προφορά
(general) dépendant

Ισπανικά → Γερμανικά - dependiente

προφορά
n. angestellte, untergebene, handlungsgehilfe, verkäufer
a. abhängig, bedingt, unselbstständig

Ισπανικά → Ρωσικά - dependiente

προφορά
n. продавец,
adj. подчиненный, зависимый

Ισπανικά → Κορεατικά - dependiente

προφορά
n. 고용인, 의존하고 있는 사람, 판매원, 점원, 남자점원
adj. 의존하는


dictionary extension
© dictionarist.com