Αγγλικά → Ελληνικά - delusion

προφορά
ουσ. απάτη, πλάνη, αυταπάτη, παραίσθηση

Αγγλικά → Αγγλικά - delusion

προφορά
n. illusion, belief in something that is not true

Αγγλικά → Γαλλικά - delusion

προφορά
n. illusion; hallucination

Αγγλικά → Γερμανικά - delusion

προφορά
n. Wahn, Illusion

Αγγλικά → Ινδονησιακά - delusion

προφορά
n. khayalan, khayal, angan-angan

Αγγλικά → Ιταλικά - delusion

προφορά
s. inganno, illusione, errore; (Med) idea fissa, fissazione, mania

Αγγλικά → Πολωνικά - delusion

προφορά
n. złudzenie, ułuda, złuda, fikcja, iluzoryczność, bałamuctwo, omam, omamienie, mamidło, przywidzenie

Αγγλικά → Πορτογαλικά - delusion

προφορά
s. ilusão, desilusão

Αγγλικά → Ρουμανικά - delusion

προφορά
n. iluzie, înşelătorie, amăgeală, amăgire, inducere în eroare, orbire

Αγγλικά → Ρωσικά - delusion

προφορά
с. обман, обман чувств, заблуждение, иллюзия; мания

Αγγλικά → Ισπανικά - delusion

προφορά
s. falsa ilusión, decepción

Αγγλικά → Τουρκικά - delusion

προφορά
i. düş, hayal, kuruntu, vesvese; yanılgı

Αγγλικά → Ουκρανικά - delusion

προφορά
n. обман, помилка, думка: помилкова думка, ілюзія, манія, галюцинація, злуда, мана, обдур, омана

Αγγλικά → Ολλανδικά - delusion

προφορά
zn. illusie, zelfbedrog

Αγγλικά → Αραβικά - delusion

προφορά
‏غرور، وهم، إنخداع، دجل، ضلال، خداع‏

Αγγλικά → Κινεζικά - delusion

προφορά
(名) 迷惑, 错觉, 欺瞒

Αγγλικά → Κινεζικά - delusion

προφορά
(名) 迷惑, 錯覺, 欺瞞

Αγγλικά → Χίντι - delusion

προφορά
n. ग़लतफ़हमी, भुलावा, भ्रम, माया, मोह, इंद्रजाल, छल, प्रपंच, विमोह, मतिभ्रम, भ्रांति

Αγγλικά → Ιαπωνικά - delusion

προφορά
(名) 惑わすこと; だまされること; 思い違い; 妄想

Αγγλικά → Κορεατικά - delusion

προφορά
명. 현혹, 미혹, 착각

Αγγλικά → Βιετναμικά - delusion

προφορά
n. ảo tưởng, sự lừa gạt, đánh lừa, gạt


dictionary extension
© dictionarist.com