Αγγλικά → Ελληνικά - delicate

προφορά
επίθ. λεπτός, αβρός, ευαίσθητος, φίνος, απαλός, ευπαθής, ντελικάτος

Αγγλικά → Αγγλικά - delicate

προφορά
adj. fragile, easily broken; sensitive
adj. delicate, fine, dainty, flimsy, tender, fragile, tricky; sensitive, tactful, fastidious, awkward, elfin, frothy, gingerly; lovely, nice, loving; pernickety, prickly, squeamish, ticklish, touchy, considerate
adj. delicate, gentle, fine, maidenly, dainty; tender, soft; subtle; sensitive, sore, touchy

Αγγλικά → Γαλλικά - delicate

προφορά
adj. délicat, sensible

Αγγλικά → Γερμανικά - delicate

προφορά
adj. zierlich; sensibel

Αγγλικά → Ινδονησιακά - delicate

προφορά
a. halus, tipis, menyolok: tdk menyolok, menyolok mata: tdk menyolok mata, sulit, tersinggung: mudah tersinggung, peka, tajam, lembut hati, lembut, lemah, lezat

Αγγλικά → Ιταλικά - delicate

προφορά
agg. delicato, fine; fragile; gracile; piacevole; tenue, leggero; acuto, sensibile; difficile, che richiede tatto; scelto, raffinato

Αγγλικά → Πολωνικά - delicate

προφορά
a. delikatny, misterny, subtelny, wrażliwy, czuły, drażliwy, cienki, filigranowy, koronkowy

Αγγλικά → Πορτογαλικά - delicate

προφορά
adj. delicado; sensível

Αγγλικά → Ρουμανικά - delicate

προφορά
a. delicat, fin, gingaş, rafinat, fraged, frumos, jenant, sensibil, subtil, subţire, plăpând, slăbuţ, bolnăvicios, debil, atenuat, discret, ales, atent, becisnic, beteag, critic, delicios, dificil, firav, spinos, şubred

Αγγλικά → Ρωσικά - delicate

προφορά
прил. утонченный, изысканный, тонкий; слабый (о здоровье), болезненный, блеклый; нежный, деликатный, чувствительный, щекотливый; учтивый, вежливый,; вкусный, легкий (о пище); затруднительный

Αγγλικά → Ισπανικά - delicate

προφορά
adj. delicado, frágil, que se estropea fácilmente, quebrantable; fino, sutil; quisquilloso, susceptible; diplomático; adamado, afiligranado, exquisito, grácil

Αγγλικά → Τουρκικά - delicate

προφορά
s. nazik, narin, ince, düşünceli, duyarlı; hassas, güvenli, ince (iş), ; lezzetli, nazlı,

Αγγλικά → Ουκρανικά - delicate

προφορά
n. делікатес
a. витончений, вишуканий, елегантний, смак: зроблений із смаком, тендітний, слабкий, ніжний, м'який, делікатний, зграбний, никлий, пестивий, чулий

Αγγλικά → Ολλανδικά - delicate

προφορά
bn. teer; gevoelig

Αγγλικά → Αραβικά - delicate

προφορά
‏شهي، رقيق، مرهف، ضعيف، ناعم، دقيق، ذو كياسة، بالغ الرقة، لطيف‏

Αγγλικά → Κινεζικά - delicate

προφορά
(形) 细致优雅的, 美味的, 微妙的

Αγγλικά → Κινεζικά - delicate

προφορά
(形) 細緻優雅的, 美味的, 微妙的

Αγγλικά → Χίντι - delicate

προφορά
a. भद्र, मख़मली

Αγγλικά → Ιαπωνικά - delicate

προφορά
(形) 優美な; 繊細な; 壊れやすい; 微妙な; ひ弱な

Αγγλικά → Κορεατικά - delicate

προφορά
형. 부서지기 쉬운, 가냘픈; 민감한, 세심한, 섬세한

Αγγλικά → Βιετναμικά - delicate

προφορά
a. nhẹ nhàng, kéo léo, tinh xảo, tinh vi, khó khăn, khó xử, khó nghỉ, sức khỏe kém, tai thính, ốm yếu, vấn đề khó khăn


© dictionarist.com