Αγγλικά → Ελληνικά - dehydrated

προφορά
[dehydrate] ρήμ. αφυδατώνω

Αγγλικά → Αγγλικά - dehydrated

προφορά
adj. dried, parched, lacking water

Αγγλικά → Γαλλικά - dehydrated

προφορά
adj. déshydraté

Αγγλικά → Γερμανικά - dehydrated

προφορά
[dehydrate] v. trocknen; austrocknen
adj. getrocknet; ausgetrocknet

Αγγλικά → Ινδονησιακά - dehydrated

προφορά
a. kering sekali

Αγγλικά → Ιταλικά - dehydrated

προφορά
agg. disidratato

Αγγλικά → Πολωνικά - dehydrated

προφορά
a. odwodniony

Αγγλικά → Πορτογαλικά - dehydrated

προφορά
adj. desidratado

Αγγλικά → Ρουμανικά - dehydrated

προφορά
v. deshidrata, se deshidrata

Αγγλικά → Ρωσικά - dehydrated

προφορά
прил. обезвоженный, дегидратированный

Αγγλικά → Ισπανικά - dehydrated

προφορά
adj. deshidratado, sin ninguna agua

Αγγλικά → Τουρκικά - dehydrated

προφορά
s. kurutulmuş, susuz

Αγγλικά → Ουκρανικά - dehydrated

προφορά
v. втрачати воду, дегідратувати, збезводнювати

Αγγλικά → Ολλανδικά - dehydrated

προφορά
bn. uitgedroogd, verdroogd

Αγγλικά → Αραβικά - dehydrated

προφορά
‏جاف، مجفف، مجففة‏

Αγγλικά → Κινεζικά - dehydrated

προφορά
[dehydrate] (动) 脱水

Αγγλικά → Κινεζικά - dehydrated

προφορά
[dehydrate] (動) 脫水

Αγγλικά → Χίντι - dehydrated

προφορά
a. जल: किसी पदार्थ में से जल निकाल दिया हुआ

Αγγλικά → Ιαπωνικά - dehydrated

προφορά
(形) 脱水した, 乾燥した
(動) 脱水する; 脱水状態になる

Αγγλικά → Κορεατικά - dehydrated

προφορά
형. 탈수하는, 수분을 없앤

Αγγλικά → Βιετναμικά - dehydrated

προφορά
a. làm mất chất nước


dictionary extension
© dictionarist.com