Αγγλικά → Ελληνικά - defy

προφορά
ρήμ. προκαλώ, αψηφώ

Αγγλικά → Αγγλικά - defy

προφορά
v. oppose, resist; challenge

Αγγλικά → Γαλλικά - defy

προφορά
v. défier, braver

Αγγλικά → Γερμανικά - defy

προφορά
v. sich widersetzen, trotzen, herausfordern

Αγγλικά → Ινδονησιακά - defy

προφορά
v. menentang, melanggar, membantah, menantang, tahan menghadapi

Αγγλικά → Ιταλικά - defy

προφορά
v. sfidare, provocare; opporre resistenza a, non temere

Αγγλικά → Πολωνικά - defy

προφορά
v. przeciwstawiać się, ignorować, opierać się, prowokować, wyzwać, wyzywać

Αγγλικά → Πορτογαλικά - defy

προφορά
v. desafiar, desprezar, desacatar, desobedecer

Αγγλικά → Ρουμανικά - defy

προφορά
v. desfide, provoca, sfida, înfrunta, încălca, depăşi, brava, soluţie: nu avea soluţie

Αγγλικά → Ρωσικά - defy

προφορά
г. бросать вызов, открыто не повиноваться игнорировать, пренебрегать, не поддаваться, представлять непреодолимые трудности

Αγγλικά → Ισπανικά - defy

προφορά
v. desafiar, arrostrar, atentar contra, oponerse abiertamente a, opugnar, retar

Αγγλικά → Τουρκικά - defy

προφορά
f. meydan okumak, karşılaşmaya davet etmek; karşı gelmek; küçümsemek; gücünü aşmak; kışkırtmak; alnını karışlamak

Αγγλικά → Ουκρανικά - defy

προφορά
v. кидати виклик, викликати, відверто не слухатися, ігнорувати, піддаватися: не піддаватися, визвати

Αγγλικά → Ολλανδικά - defy

προφορά
ww. verachten, kleineren, geringschatten

Αγγλικά → Αραβικά - defy

προφορά
‏تحد‏
‏تحدى، رفض‏

Αγγλικά → Κινεζικά - defy

προφορά
(动) 藐视, 使落空, 挑衅

Αγγλικά → Κινεζικά - defy

προφορά
(動) 藐視, 使落空, 挑釁

Αγγλικά → Χίντι - defy

προφορά
v. ललकारना, चुनौती देना, अवहेलना करना, उपेक्षा करना, अनादर करना, तुच्छ जानना, उपद्रव उत्पन्न करना

Αγγλικά → Ιαπωνικά - defy

προφορά
(動) 公然と反抗する; 拒み通す; 許さない; 挑む

Αγγλικά → Κορεατικά - defy

προφορά
동. 반대하다, 반항하다; 대들다, 도전하다

Αγγλικά → Βιετναμικά - defy

προφορά
v. thách đấu, thách chiến, thách đố, khinh thường, coi rẽ


dictionary extension

Χρονοι ρηματων

Present participle: defying
Present: defy (3.person: defies)
Past: defied
Future: will defy
Present conditional: would defy
Present Perfect: have defied (3.person: has defied)
Past Perfect: had defied
Future Perfect: will have defied
Past conditional: would have defied
© dictionarist.com