Αγγλικά → Ελληνικά - definitely

προφορά
επίρ. ρητά, οριστικά

Αγγλικά → Αγγλικά - definitely

προφορά
adv. absolutely; clearly; specifically

Αγγλικά → Γαλλικά - definitely

προφορά
adv. précisément, nettement, catégoriquement

Αγγλικά → Γερμανικά - definitely

προφορά
adv. bestimmt; klar, sicher; entschieden

Αγγλικά → Ινδονησιακά - definitely

προφορά
adv. pasti

Αγγλικά → Ιταλικά - definitely

προφορά
avv. definitivamente, in modo definitivo; di sicuro, certamente

Αγγλικά → Πολωνικά - definitely

προφορά
adv. zdecydowanie, stanowczo, kategorycznie, konkretnie

Αγγλικά → Πορτογαλικά - definitely

προφορά
adv. definitivamente, certamente; claramente; absolutamente

Αγγλικά → Ρουμανικά - definitely

προφορά
adv. precis, hotărât, bineînţeles, categoric

Αγγλικά → Ρωσικά - definitely

προφορά
нареч. определенно, ясно, несомненно, точно

Αγγλικά → Ισπανικά - definitely

προφορά
adv. definidamente, absolutamente, de modo definitivo, definitivamente, sin duda alguna

Αγγλικά → Τουρκικά - definitely

προφορά
zf. kesin olarak, kesinlikle, elbette, kuşkusuz, açıkça, tamamen
ünl. kesinlikle

Αγγλικά → Ουκρανικά - definitely

προφορά
adv. напевно, виразно, точно, звичайно, зрозуміло, звісно

Αγγλικά → Ολλανδικά - definitely

προφορά
bw. beslissend, absoluut, met zekerheid; bepaald

Αγγλικά → Αραβικά - definitely

προφορά
‏على نحو محدد، قطعا، بلا ريب‏

Αγγλικά → Κινεζικά - definitely

προφορά
(副) 明确地; 干脆地

Αγγλικά → Κινεζικά - definitely

προφορά
(副) 明確地; 乾脆地

Αγγλικά → Χίντι - definitely

προφορά
adv. निश्‍िचत रूप से

Αγγλικά → Ιαπωνικά - definitely

προφορά
(副) 明確に; きっと; 確かに

Αγγλικά → Κορεατικά - definitely

προφορά
부. 분명히; 명확히; 한정적으로

Αγγλικά → Βιετναμικά - definitely

προφορά
adv. chỉ sự định rỏ, chỉ sự miêu tả, chỉ sự xác định, chỉ sự thời định


dictionary extension
© dictionarist.com