Αγγλικά → Ελληνικά - defend

προφορά
ρήμ. υπερασπίζω, προστατεύω, συνηγορώ

Αγγλικά → Αγγλικά - defend

προφορά
v. protect, secure
v. defend, stand up for, stand for, champion, guard, uphold, assert, buckler, vindicate, forbid, prohibit, bar, forestall

Αγγλικά → Γαλλικά - defend

προφορά
v. défendre

Αγγλικά → Γερμανικά - defend

προφορά
v. verteidigen

Αγγλικά → Ινδονησιακά - defend

προφορά
v. membela, mempertahankan, bertahan, memperjuangkan

Αγγλικά → Ιταλικά - defend

προφορά
v. difendere, proteggere; sostenere; assumere la difesa di; contestare, impugnare

Αγγλικά → Πολωνικά - defend

προφορά
v. bronić, asekurować

Αγγλικά → Πορτογαλικά - defend

προφορά
v. defender

Αγγλικά → Ρουμανικά - defend

προφορά
v. apăra, proteja, ocroti, păzi, oblădui, susţine

Αγγλικά → Ρωσικά - defend

προφορά
г. защищать, поддерживать; оборонять, оберегать, защищаться, обороняться; отстаивать, оправдывать; защищать в суде, выступать защитником

Αγγλικά → Ισπανικά - defend

προφορά
v. defender, proteger, resguardar; abogar por, hablar en defensa de

Αγγλικά → Τουρκικά - defend

προφορά
f. savunmak, korumak, müdafaa etmek

Αγγλικά → Ουκρανικά - defend

προφορά
v. захищати, обороняти, охороняти, захищатися, відстоювати, оберігати, оборонятися, обстоювати

Αγγλικά → Ολλανδικά - defend

προφορά
ww. verdedigen

Αγγλικά → Αραβικά - defend

προφορά
‏دافع، صان، حمى‏

Αγγλικά → Κινεζικά - defend

προφορά
(动) 防护; 防卫; 辩护; 防御; 保护; 保卫; 进行辩护

Αγγλικά → Κινεζικά - defend

προφορά
(動) 防護; 防衛; 辯護; 防禦; 保護; 保衛; 進行辯護

Αγγλικά → Χίντι - defend

προφορά
v. हिफ़ाज़त करना, रक्षा करना, बचाना, अपनी हिफ़ाज़त करना, अपनी रक्षा करना, लड़ना, ज़ोर देना, मुक़दमे की जबाबदेही करना, पक्ष लेना, वकालत करना

Αγγλικά → Ιαπωνικά - defend

προφορά
(動) 守る; 擁護する; 弁護する; 防護する; 防御する

Αγγλικά → Κορεατικά - defend

προφορά
동. 방어하다, 옹호하다, 변호하다, 지키다

Αγγλικά → Βιετναμικά - defend

προφορά
v. che chở, bảo vệ, binh vực, biện giải, bào chửa


dictionary extension

Χρονοι ρηματων

Present participle: defending
Present: defend (3.person: defends)
Past: defended
Future: will defend
Present conditional: would defend
Present Perfect: have defended (3.person: has defended)
Past Perfect: had defended
Future Perfect: will have defended
Past conditional: would have defended
© dictionarist.com