Ολλανδικά → Αγγλικά - deels

προφορά
adv. partly, in part, to some degree, not wholly, partially

Ολλανδικά → Γαλλικά - deels

προφορά
1. (algemeen) en partie; partiellement
2. (graad) partiellement; en partie


dictionary extension
© dictionarist.com