Πορτογαλικά → Αγγλικά - dedicado

προφορά
adj. addicted; dedicated, devoted; loyal, staunch; zealous, loving

Ισπανικά → Αγγλικά - dedicado

προφορά
adj. devoted, kept, dedicated
n. dedicator

Πορτογαλικά → Γαλλικά - dedicado

προφορά
1. (concentração) absorbé; attentif
2. (comportamento emocional) dévoué; consacré
3. (comportamento) dévoué

Ισπανικά → Γαλλικά - dedicado

προφορά
1. (comportamiento emocional) dévoué; consacré
2. (leal) dévoué; attaché; fidèle

Ισπανικά → Γερμανικά - dedicado

προφορά
a. beflissen

Ισπανικά → Κορεατικά - dedicado

προφορά
n. 봉납자


dictionary extension
© dictionarist.com