Αγγλικά → Ελληνικά - decrease

προφορά
ουσ. ελάττωση, μείωση, ύφεση
ρήμ. ελαττώνω, μειώ, μειώνω, ελαττύ, ελαττούμαι

Αγγλικά → Αγγλικά - decrease

προφορά
n. decline; reduction, lessening
v. reduce, lessen; decline

Αγγλικά → Γαλλικά - decrease

προφορά
n. diminution, décroissance; baisse, ralentissement
v. diminuer, réduire; descendre, décroître

Αγγλικά → Γερμανικά - decrease

προφορά
n. Abnahme; Verminderung
v. vermindern, kürzen; abnehmen

Αγγλικά → Ινδονησιακά - decrease

προφορά
n. potongan, pengurangan, kesusutan
v. mengurangi, melorotkan, mempersedikitkan, menipiskan, susut

Αγγλικά → Ιταλικά - decrease

προφορά
s. decrescenza, diminuzione; riduzione, calo, ribasso
v. decrescere, diminuire, calare, scemare

Αγγλικά → Πολωνικά - decrease

προφορά
n. spadek, ubytek, obniżka
v. pomniejszać, skarłowacieć, zmniejszać, zmniejszać się, maleć, uszczuplać się, opadać, ubyć, skarleć, obumierać, pomniejszyć, zmniejszyć, opaść, ubywać

Αγγλικά → Πορτογαλικά - decrease

προφορά
s. baixa, decréscimo, descida; diminuição
v. diminuir, cortar; abaixar, descer

Αγγλικά → Ρουμανικά - decrease

προφορά
n. descreştere, micşorare, scădere, împuţinare
v. face să descrească, diminua, micşora, reduce, scădea, împuţina, descreşte, diminua: se diminua, reduce: se reduce

Αγγλικά → Ρωσικά - decrease

προφορά
с. уменьшение, убывание, понижение, убавление, спад, убыль
г. уменьшать, убыть, уменьшаться

Αγγλικά → Ισπανικά - decrease

προφορά
s. disminución, aminoración, baja, decrecimiento, decremento, descenso, diminución, merma, recorte, reducción
v. disminuir, abajar, aminorar, menguar, mermar, rebajar, reducir; decrecer, amainar, atenuarse, caer, decaer, declinar, descender, disminuirse, ir en disminución

Αγγλικά → Τουρκικά - decrease

προφορά
f. küçülmek, azaltmak, eksiltmek, inmek, düşmek, eksilmek, küçültmek, azalmak
i. azalma, eksiltme, azaltma, küçülme, eksilme; düşüş

Αγγλικά → Ουκρανικά - decrease

προφορά
n. зменшення, убування, зниження, ослаблення, збавок, спадання
v. зменшувати, зменшуватися, убувати, малитися, меншати

Αγγλικά → Ολλανδικά - decrease

προφορά
zn. daling; vermindering
ww. verminderen, inkrimpen; dalen

Αγγλικά → Αραβικά - decrease

προφορά
‏تقليص، نقصان، تخفيض، تناقص‏
‏قلص، نقص، تناقص، آخذ في النقص، قلل‏

Αγγλικά → Κινεζικά - decrease

προφορά
(名) 减少; 减少之量
(动) 减; 减少, 减小

Αγγλικά → Κινεζικά - decrease

προφορά
(名) 減少; 減少之量
(動) 減; 減少, 減小

Αγγλικά → Χίντι - decrease

προφορά
n. कमी, घटती, घटाव, न्यूनता, ह्रास
v. कम हो जाना, छोटा हो जाना, कमी हो जाना, घटना, घट जाना, कम करना, कम होना

Αγγλικά → Ιαπωνικά - decrease

προφορά
(動) 減る; 低下する
(名) 減少; 低下

Αγγλικά → Κορεατικά - decrease

προφορά
명. 감소; 삭감, 줄이기
동. 축소하다, 감소하다, 줄이다; 내리다, 하락하다, 쇠퇴하다

Αγγλικά → Βιετναμικά - decrease

προφορά
n. giảm bớt, bớt xuống, hạ xuống
v. giảm bớt, sụt lần, hạ lần


Χρονοι ρηματων

Present participle: decreasing
Present: decrease (3.person: decreases)
Past: decreased
Future: will decrease
Present conditional: would decrease
Present Perfect: have decreased (3.person: has decreased)
Past Perfect: had decreased
Future Perfect: will have decreased
Past conditional: would have decreased
© dictionarist.com