Ιταλικά → Αγγλικά - decoro

προφορά
n. decorum, decor, propriety, decency, dignity, honour, honor

Πορτογαλικά → Αγγλικά - decoro

προφορά
n. decorum, decency, respectability, dignity

Ισπανικά → Αγγλικά - decoro

προφορά
[decoro (m)] n. decorum, propriety, seemliness

Ιταλικά → Γαλλικά - decoro

προφορά
1. (moralità) bienséance (f); convenance (f)
2. (comportamento) décorum (m); bienséance (f)

Ιταλικά → Γερμανικά - decoro

προφορά
n. anständigkeit, würde, schicklichkeit, zierde, anstand, glanz, ruhm, dekorum

Πορτογαλικά → Γαλλικά - decoro

προφορά
1. (decência) bonne grâce (f)
2. (moralidade) bienséance (f); convenance (f)
3. (comportamento) décorum (m); bienséance (f); pudeur (f); tact (m)

Ισπανικά → Γαλλικά - decoro

προφορά
1. (moralidad) bienséance (f); convenance (f)
2. (comportamiento) décorum (m); bienséance (f); pudeur (f); tact (m)

Ισπανικά → Γερμανικά - decoro

προφορά
n. anstand, schicklichkeit, anständigkeit, ehrenhaftigkeit, würde, achtung, ehrgefühl

Ισπανικά → Ρωσικά - decoro

προφορά
n. достоинство

Ισπανικά → Κορεατικά - decoro

προφορά
n. 중경, 단정, 적당


dictionary extension
© dictionarist.com