Αγγλικά → Ελληνικά - decent

προφορά
επίθ. κόσμιος, ευπρεπής, σεμνός, τίμιος, δεκαετηρίδα, καθώς πρέπει

Αγγλικά → Αγγλικά - decent

προφορά
adj. modest; respectable; proper
adj. decent, seemly, decorous
adj. decent, modest; respectable; proper

Αγγλικά → Γαλλικά - decent

προφορά
adj. décent, convenable, modeste, honnête

Αγγλικά → Γερμανικά - decent

προφορά
adj. anständig, keusch, ehrwürdig

Αγγλικά → Ινδονησιακά - decent

προφορά
a. sopan, terhormat, susila, patut, lumayan, baik, cukup memuaskan, prayoga, pantas, layak

Αγγλικά → Ιταλικά - decent

προφορά
agg. rispettabile, decoroso; decente, conveniente, corretto; soddisfacente, discreto; (fam) gentile, generoso

Αγγλικά → Πολωνικά - decent

προφορά
a. przyzwoity, skromny, obyczajny, ludzki

Αγγλικά → Πορτογαλικά - decent

προφορά
adj. decente, decoroso, honrado

Αγγλικά → Ρουμανικά - decent

προφορά
a. cuviincios, decent, omenesc, bun: destul de bun, cumsecade, amabil, bun, curăţel, corespunzător, acătării

Αγγλικά → Ρωσικά - decent

προφορά
прил. приличный, благопристойный, порядочный, скромный, сдержанный, пристойный, подходящий

Αγγλικά → Ισπανικά - decent

προφορά
adj. decente, bueno, decoroso, honesto, honrado, limpio, modesto; casto, púdico, puro; aceptable, presentable

Αγγλικά → Τουρκικά - decent

προφορά
s. terbiyeli, nazik, edepli, saygın, hoşgörülü, iyi kâlpli, alçakgönüllü; uygun, yeterli; iyi; adam gibi

Αγγλικά → Ουκρανικά - decent

προφορά
a. пристойний, порядний, скромний, славний, милий, неабиякий, добрячий, непоганий

Ρουμανικά → Αγγλικά - decent

a. decorous, decent, seemly, respectable, modest
adv. decorously, decently, properly

Ολλανδικά → Αγγλικά - decent

προφορά
adj. decent, modest; respectable; proper

Αγγλικά → Ολλανδικά - decent

προφορά
bn. eerlijk, bescheiden, geëerd

Αγγλικά → Αραβικά - decent

προφορά
‏إحتشم‏
‏محتشم، لائق، لطيف، كريم‏

Αγγλικά → Κινεζικά - decent

προφορά
(形) 有分寸的, 大方的, 得体的

Αγγλικά → Κινεζικά - decent

προφορά
(形) 有分寸的, 大方的, 得體的

Αγγλικά → Χίντι - decent

προφορά
a. सभ्य, शिष्ट, विनीत, प्रतिष्ठित, उदार, उचित, सम्माननीय, सहनीय

Αγγλικά → Ιαπωνικά - decent

προφορά
(形) きちんとした; かなりよい; 親切な

Αγγλικά → Κορεατικά - decent

προφορά
형. 남보기 흉하지 않은, 예절 바른; 존경할 만한; 적절한

Αγγλικά → Βιετναμικά - decent

προφορά
a. hợp lệ, hợp thức, đoan chính, phong nhã


dictionary extension
© dictionarist.com