Ισπανικά → Αγγλικά - decencia

προφορά
n. seemliness, decency

Ισπανικά → Γαλλικά - decencia

προφορά
(comportamiento) pudeur (f); tact (m)

Ισπανικά → Γερμανικά - decencia

προφορά
n. anstand, anständigkeit, gesittung, sittsamkeit, schicklichkeit, ehrbarkeit, ehrenhaftigkeit

Ισπανικά → Ρωσικά - decencia

προφορά
n. приличие

Ισπανικά → Κορεατικά - decencia

προφορά
n. 보기 싫지 않음


dictionary extension
© dictionarist.com