Γαλλικά → Αγγλικά - décidé

προφορά
adj. decided, determined, set, sealed, purposeful

Γαλλικά → Γερμανικά - décidé

προφορά
adj. bestimmt

Γαλλικά → Ιταλικά - décidé

προφορά
(conduite) determinato; risoluto; deciso; fermo

Γαλλικά → Πορτογαλικά - décidé

προφορά
(conduite) determinado; resoluto; decidido; firme; decisivo

Γαλλικά → Ρωσικά - décidé

προφορά
a. решительный, решенный, определенный

Γαλλικά → Ισπανικά - décidé

προφορά
(conduite) determinado; resuelto; firme; decidido; decisivo

Γαλλικά → Τουρκικά - décidé

προφορά
belirtilmiş; kararlı

Γαλλικά → Ολλανδικά - décidé

προφορά
(conduite) vastberaden; vastbesloten; resoluut; beslist; besluitvaardig; zelfverzekerd


dictionary extension
© dictionarist.com