Αγγλικά → Ελληνικά - curb

προφορά
ουσ. ακρόλιθος πεζοδρόμιου, χαλιναγώγηση, χαλινάρι
ρήμ. συγκρατώ, χαλιναγωγώ
επίθ. χαλινός

Αγγλικά → Αγγλικά - curb

προφορά
n. raised edge of a sidewalk; bridle for a horse; restraint
v. restrain, check; keep near the curb

Αγγλικά → Γαλλικά - curb

προφορά
n. margelle; frein, bride
v. freiner, réprimer, modérer

Αγγλικά → Γερμανικά - curb

προφορά
n. Zügel, Kandare; Gehsteig
v. zügeln

Αγγλικά → Ινδονησιακά - curb

προφορά
n. kekang, kekangan, tali kendali, pengekangan, pinggir jalan, batu tepi jalan, batu pinggiran jalan, pembatasan
v. mengekang, membatasi

Αγγλικά → Ιταλικά - curb

προφορά
s. barbazzale; (fig) controllo, freno; (Strad) bordo, orlo, cordone
v. mettere il morso a, tenere a freno; (fig) frenare, dominare, trattenere; (Strad) bordare

Αγγλικά → Πολωνικά - curb

προφορά
n. hamulec, wędzidło, krawężnik
v. powściągnąć, kiełznać, okiełznać, hamować, poskramiać, przykrócić, utemperować, powściągać, poskromić

Αγγλικά → Πορτογαλικά - curb

προφορά
s. barbela; beira da calçada; parapeito de um poço; meio-fio
v. frear, desacelerar, conter

Αγγλικά → Ρουμανικά - curb

προφορά
n. zăbală, strună, frâu, bordură, margine
v. struni, înfrâna, înfrânge, înstruna, îmblânzi, opri, modera, comprima, măsura, frâna {fig.}

Αγγλικά → Ρωσικά - curb

προφορά
с. подгубный ремень, подгубная цепочка; узда; обочина тротуара, бордюрный камень
г. взнуздать, надевать узду, обуздывать, сдерживать

Αγγλικά → Ισπανικά - curb

προφορά
s. bordillo, borde de la acera, cordón de calle, cuneta, encintado; estorbo, freno, obstáculo; brocal
v. reprimir, cohibir, refrenar; encintar, cunetear

Αγγλικά → Τουρκικά - curb

προφορά
f. frenlemek, gem vurmak, gemlemek; zaptetmek; uzak tutmak
i. fren, gem; kaldırım kenarı; at ayağındaki şişlik

Αγγλικά → Ουκρανικά - curb

προφορά
n. уздечка, узбіччя, тротуар: край тротуару
v. загнуздати, приборкувати, стримувати, загамувати, тамувати

Ρουμανικά → Αγγλικά - curb

a. curved

Αγγλικά → Ολλανδικά - curb

προφορά
zn. trottoirband; rem, beteugeling
ww. beteugelen

Αγγλικά → Αραβικά - curb

προφορά
‏كابح، لجام، تطويق، حاجز البئر، قيود، كبح‏
‏كبح، شكم الفرس، ضبط، قمع، كتم، كبت، قيد‏

Αγγλικά → Κινεζικά - curb

προφορά
(名) 抑制, 边石, 勒马绳
(动) 抑制, 勒住, 束缚

Αγγλικά → Κινεζικά - curb

προφορά
(名) 抑制, 邊石, 勒馬繩
(動) 抑制, 勒住, 束縛

Αγγλικά → Χίντι - curb

προφορά
n. निप्रह, नियंत्रण
v. नियंत्रण करना

Αγγλικά → Ιαπωνικά - curb

προφορά
(動) 抑制する
(名) へり; 抑制; 止めぐつわ

Αγγλικά → Κορεατικά - curb

προφορά
명. 가장자리의 볼록 올라온 테; 재갈; 구속
동. 구속하다, 억제하다; 재갈을 물리다

Αγγλικά → Βιετναμικά - curb

προφορά
n. hàm thiếc ngựa, kiềm chế, lề đường, thành, bờ, chổ sưng
v. ngăn lại


dictionary extension

Χρονοι ρηματων

Present participle: curbing
Present: curb (3.person: curbs)
Past: curbed
Future: will curb
Present conditional: would curb
Present Perfect: have curbed (3.person: has curbed)
Past Perfect: had curbed
Future Perfect: will have curbed
Past conditional: would have curbed
© dictionarist.com