Αγγλικά → Ελληνικά - crude

προφορά
επίθ. ωμός, ακατέργαστος, άξεστος, βάναυσος, κακόγουστος, άτεχνος

Αγγλικά → Αγγλικά - crude

προφορά
adj. raw; unrefined; rude
adj. raw, crude, piping

Αγγλικά → Γαλλικά - crude

προφορά
adj. brut; cru; grossier

Αγγλικά → Γερμανικά - crude

προφορά
adj. roh; unbehandelt; grob

Αγγλικά → Ινδονησιακά - crude

προφορά
n. minyak mentah
a. mentah, sederhana, bersahaja, kira-kira, kasar, ajar: kurang ajar, tahu adat: yg tdk tahu adat

Αγγλικά → Ιταλικά - crude

προφορά
agg. grezzo, greggio, non raffinato; (fig) rozzo, primitivo; (fig) crudo, chiaro, nudo, puro

Αγγλικά → Πολωνικά - crude

προφορά
a. surowy, niedojrzały, szorstki, brutalny, stan: w stanie surowym, gruboskórny, nieokrzesany, niewprawny

Αγγλικά → Πορτογαλικά - crude

προφορά
adj. cru, bruto; não processado; rude, grosso

Αγγλικά → Ρουμανικά - crude

προφορά
a. brut, neprelucrat, crud, necopt, imatur, grosolan, primitiv, primitiv, nefinişat, prost crescut, needucat, necultivat, ţipător

Αγγλικά → Ρωσικά - crude

προφορά
прил. сырой, необработанный, неочищенный; непродуманный, незрелый; грубый (о манерах); голый, кричащий

Αγγλικά → Ισπανικά - crude

προφορά
adj. crudo, en bruto, natural; obsceno, verde; burdo, achulado, achulapado, tosco; inexperto, inexperimentado

Αγγλικά → Τουρκικά - crude

προφορά
s. ham, işlenmemiş; kaba, nezaketsiz, ilkel; basit; yavan; cırlak (renk)

Αγγλικά → Ουκρανικά - crude

προφορά
a. сирий, необроблений, грубий, неотесаний, неспілий

Αγγλικά → Ολλανδικά - crude

προφορά
bn. rauw; onbewerkt, ongeraffineerd; grof

Αγγλικά → Αραβικά - crude

προφορά
‏نفط خام‏
‏خشن، جلف، فج غير ناضج، بسيط، جاف، صريح، فظ‏

Αγγλικά → Κινεζικά - crude

προφορά
(形) 天然的, 粗糙的, 未成熟的

Αγγλικά → Κινεζικά - crude

προφορά
(形) 天然的, 粗糙的, 未成熟的

Αγγλικά → Χίντι - crude

προφορά
a. अशोधित, अशिष्ट, अपरिष्कृत, भोंडा, भौंड़ा

Αγγλικά → Ιαπωνικά - crude

προφορά
(形) 天然のままの; 加工していない; 未熟な; 雑な作りの, 粗雑な

Αγγλικά → Κορεατικά - crude

προφορά
형. 천연 그대로의, 익지 않은; 조잡한, 투박한; 버릇없는

Αγγλικά → Βιετναμικά - crude

προφορά
a. kim loại nguyên chất, trái xanh, lời nói sống sượng, thô lổ, đồ ăn không tiêu, bịnh chưa phát triển, tục tằn


dictionary extension
© dictionarist.com