Αγγλικά → Ελληνικά - creditable

προφορά
επίθ. αξιόπιστος, αξιέπαινος

Αγγλικά → Αγγλικά - creditable

προφορά
adj. believable; praiseworthy

Αγγλικά → Γαλλικά - creditable

προφορά
adj. honorable, solvable

Αγγλικά → Γερμανικά - creditable

προφορά
adj. anerkennenswert, lobenswert; glaubenswürdig

Αγγλικά → Ινδονησιακά - creditable

προφορά
a. dipuji: yg dpt dipuji, dipuji: yg patut dipuji, dipercaya: yg dpt dipercaya

Αγγλικά → Ιταλικά - creditable

προφορά
agg. lodevole, encomiabile, degno di elogio

Αγγλικά → Πολωνικά - creditable

προφορά
a. zaszczytny, chlubny, chwalebny

Αγγλικά → Πορτογαλικά - creditable

προφορά
adj. creditável; merecedor de crédito

Αγγλικά → Ρουμανικά - creditable

προφορά
a. demn de laudă, onorabil

Αγγλικά → Ρωσικά - creditable

προφορά
прил. похвальный

Αγγλικά → Ισπανικά - creditable

προφορά
adj. acreditado, acreedor, digno de crédito, digno de elogio, encomiable, estimable, fidedigno, loable

Αγγλικά → Τουρκικά - creditable

προφορά
s. beğenilen, itibarlı, güvenilir

Αγγλικά → Ουκρανικά - creditable

προφορά
a. похвальний, честь: що робить честь

Αγγλικά → Ολλανδικά - creditable

προφορά
bn. eervol; mag krediet hebben

Αγγλικά → Αραβικά - creditable

προφορά
‏كتاب إعتماد مالي‏
‏جدير بالتصديق، جدير بالإكبار‏

Αγγλικά → Κινεζικά - creditable

προφορά
(形) 值得称赞的, 可钦佩的; 可归功于...的; 可给予信用贷款的; 可信的

Αγγλικά → Κινεζικά - creditable

προφορά
(形) 值得稱讚的, 可欽佩的; 可歸功於...的; 可給予信用貸款的; 可信的

Αγγλικά → Χίντι - creditable

προφορά
a. श्रेयस्कर

Αγγλικά → Ιαπωνικά - creditable

προφορά
(形) 名誉をもたらす; 賞賛に値する; おかげである

Αγγλικά → Κορεατικά - creditable

προφορά
형. 명예가 되는, 신용할 만한

Αγγλικά → Βιετναμικά - creditable

προφορά
a. rỏ ràng, vẻ vang, đáng khen


dictionary extension
© dictionarist.com