Ισπανικά → Αγγλικά - crecido

προφορά
adj. grown-up; cultivated; goodly

Ισπανικά → Γαλλικά - crecido

προφορά
(general) adulte

Ισπανικά → Γερμανικά - crecido

προφορά
a. erwachsen, ausgewachsen, groß, ansehnlich, zahlreich

Ισπανικά → Ρωσικά - crecido

προφορά
adj. выросший

Ισπανικά → Κορεατικά - crecido

προφορά
adj. 성숙한, 충분히 성장한


dictionary extension
© dictionarist.com