Αγγλικά → Ελληνικά - craft

προφορά
ουσ. δεξιότης, δεξιότητα, πανουργία, πονηριά, χειροτεχνία, τέχνη, πλοίο, πλεούμενο, σκάφος

Αγγλικά → Αγγλικά - craft

προφορά
n. skillfulness (in doing or creating); creative project; boat, plane; slyness, guile; skill, trade,occupation
v. shape with skill

Αγγλικά → Γαλλικά - craft

προφορά
n. adresse, habileté; navire; avion; ruse
v. fabriquer (artisanalement)

Αγγλικά → Γερμανικά - craft

προφορά
n. Handwerk; Boot, Flugzeug; Verschlagenheit
v. Handarbeiten machen

Αγγλικά → Ινδονησιακά - craft

προφορά
n. kerajinan, kerajinan tangan, pekerjaan, ketrampilan, keahlian, keprigelan, kelicikan, tipu daya, tipu muslihat, pertukangan, kaum teman sekerja, sampan, perahu, kapal

Αγγλικά → Ιταλικά - craft

προφορά
s. mestiere; arte, abilità, destrezza, maestria; astuzia, furberia, scaltrezza; inganno; corporazione, categoria; (Mar) imbarcazione, natante; (collett) navi; (Aer) aeroplano; (collett) aeroplani
v. creare un opera artistica

Αγγλικά → Πολωνικά - craft

προφορά
n. kunszt, przebiegłość, cwaniactwo, chytrość, zawód, rękodzieło, rękodzielnictwo, rzemiosło, branża, cech, statek, łódź, płatowiec
a. rzemieślniczy

Αγγλικά → Πορτογαλικά - craft

προφορά
s. arte; embarcação; estratagema, trapaça
v. fazer um trabalho manual (por exemplo: escultura, bijuteria, etc.)

Αγγλικά → Ρουμανικά - craft

προφορά
n. meserie, meşteşug, îndemânare, măiestrie, abilitate, breaslă, ambarcaţiune, şiretenie, şmecherie, viclenie

Αγγλικά → Ρωσικά - craft

προφορά
с. ремесло, умение; ловкость, сноровка; мастерство, искусство; хитрость, обман; масонское братство; судно, самолет

Αγγλικά → Ισπανικά - craft

προφορά
s. arte, habilidad; trabajo de artesanía, trabajo manual
v. hacer trabajo de artesanía

Αγγλικά → Τουρκικά - craft

προφορά
i. beceri, hüner, sanat, zanaat; gemi; hile; uçak

Αγγλικά → Ουκρανικά - craft

προφορά
n. ремесло, умілість, вправність, майстерність, хитрість, лукавство, спілка, цех, промисел
a. ремеслений, ремісничний

Αγγλικά → Ολλανδικά - craft

προφορά
zn. bekwaamheid (om iets te maken of creëren); creatief project; boot, vliegtuig; sluwheid, slinksheid; beroep, vak, bezigheid
ww. met de hand vervaardigen of maken

Αγγλικά → Αραβικά - craft

προφορά
‏براعة، مركب صغير، مكر، دهاء، صنعة، حرفة، أصحاب الحرفة الواحدة، أعضاء نقابة، طائرة‏

Αγγλικά → Κινεζικά - craft

προφορά
(名) 技艺, 诡计, 手艺
(动) 精巧地制作

Αγγλικά → Κινεζικά - craft

προφορά
(名) 技藝, 詭計, 手藝
(動) 精巧地製作

Αγγλικά → Χίντι - craft

προφορά
n. हस्तकौशल, कारीगरी, चालाकी

Αγγλικά → Ιαπωνικά - craft

προφορά
(名) 巧みさ(何かをしたり作ったりするのが); 作る計画; ボート; ずるいこと
(動) 念入りに作る

Αγγλικά → Κορεατικά - craft

προφορά
명. 솜씨, 기술 ( 어떤 것을 하거나 만드는); 창의적인 계획; 배, 비행기; 교활, 술책, 꾀

Αγγλικά → Βιετναμικά - craft

προφορά
n. sự khéo léo, mưu kế, nghề làm bằng tay, dụng cụ đánh cá voi, kỳ xảo, gian xảo, xảo quyệt
a. hội tương trợ


dictionary extension

Χρονοι ρηματων

Present participle: crafting
Present: craft (3.person: crafts)
Past: crafted
Future: will craft
Present conditional: would craft
Present Perfect: have crafted (3.person: has crafted)
Past Perfect: had crafted
Future Perfect: will have crafted
Past conditional: would have crafted
© dictionarist.com