Αγγλικά → Ελληνικά - courageous

προφορά
επίθ. θαρραλέος, άτρομος, γενναίος

Αγγλικά → Αγγλικά - courageous

προφορά
adj. brave, fearless, full of courage

Αγγλικά → Γαλλικά - courageous

προφορά
adj. courageux

Αγγλικά → Γερμανικά - courageous

προφορά
adj. mutig

Αγγλικά → Ινδονησιακά - courageous

προφορά
a. tabah, teguh hati, berani, bahadur, perwira, kosen

Αγγλικά → Ιταλικά - courageous

προφορά
agg. coraggioso, ardimentoso

Αγγλικά → Πολωνικά - courageous

προφορά
a. odważny, śmiały, dzielny, mężny, waleczny

Αγγλικά → Πορτογαλικά - courageous

προφορά
adj. corajoso

Αγγλικά → Ρουμανικά - courageous

προφορά
a. curajos, brav, viteaz, cutezător, eroic, îndrăzneţ, inimos, voinicesc

Αγγλικά → Ρωσικά - courageous

προφορά
прил. смелый, отважный, храбрый, бравый

Αγγλικά → Ισπανικά - courageous

προφορά
adj. valiente, arrojado, audaz, bravo, corajudo, galante, intrépido, valeroso

Αγγλικά → Τουρκικά - courageous

προφορά
s. cesur, yürekli, korkusuz, yiğit, gözüpek

Αγγλικά → Ουκρανικά - courageous

προφορά
a. сміливий, відважний, хоробрий, мужній, доблесний, невстрашенний

Αγγλικά → Ολλανδικά - courageous

προφορά
bn. moedig

Αγγλικά → Αραβικά - courageous

προφορά
‏الشجاع‏
‏شجاع، باسل، جرىء، جسور‏

Αγγλικά → Κινεζικά - courageous

προφορά
(形) 勇敢的, 有胆量的, 大胆的

Αγγλικά → Κινεζικά - courageous

προφορά
(形) 勇敢的, 有膽量的, 大膽的

Αγγλικά → Χίντι - courageous

προφορά
a. निडर, साहसिक, अभीत

Αγγλικά → Ιαπωνικά - courageous

προφορά
(形) 勇敢な; 勇気のある

Αγγλικά → Κορεατικά - courageous

προφορά
형. 용기 있는, 두려움 없는

Αγγλικά → Βιετναμικά - courageous

προφορά
a. can đảm


dictionary extension
© dictionarist.com