Αγγλικά → Ελληνικά - coupling

προφορά
ουσ. σύζευξη, δεσμός, ένωση, ζευγάρωμα, κομπλάρισμα, σύνδεση

Αγγλικά → Αγγλικά - coupling

προφορά
n. mating; joining, bringing together; connecting part (Machinery)
adj. connecting, linking, joining

Αγγλικά → Γαλλικά - coupling

προφορά
n. accouplement; couplage
adj. de couplage; d'accouplement; d'attelage

Αγγλικά → Γερμανικά - coupling

προφορά
[couple] v. verbinden, kombinieren; sich zusammen tun
n. Verbindung; Paarung
adj. koppelnd, verbindend

Αγγλικά → Ινδονησιακά - coupling

προφορά
n. sambungan, gandengan, kopeling, kopel, perangkai

Αγγλικά → Ιταλικά - coupling

προφορά
s. accoppiamento; (Mecc) giunto; calettamento; manicotto; (Ferr) agganciamento, attacco; accoppiatore
agg. accoppiabile

Αγγλικά → Πολωνικά - coupling

προφορά
n. połączenie, skojarzenie, szczepienie, zazębienie się, dobór, parzenie się, sprzęganie, łącznik, sprzęgło, sprzężenie

Αγγλικά → Πορτογαλικά - coupling

προφορά
s. união, acoplamento
adj. que liga, une

Αγγλικά → Ρουμανικά - coupling

προφορά
n. împerechere, cuplare, acuplare, legare, ambreiare, asociere, racord

Αγγλικά → Ρωσικά - coupling

προφορά
с. соединение, сцепление, стыковка; совокупление, спаривание, случка; стяжка, сцепка

Αγγλικά → Ισπανικά - coupling

προφορά
s. copulación, acoplador, acoplamiento
adj. conectado; enganchado; apareado; acoplado; unido; emparejado

Αγγλικά → Τουρκικά - coupling

προφορά
i. bağlama, bağlantı; eşleşme, çiftleşme

Αγγλικά → Ουκρανικά - coupling

προφορά
n. з'єднання, стикування, спарювання, зчеплення, муфта

Αγγλικά → Ολλανδικά - coupling

προφορά
zn. koppeling, paring
bn. verbinding

Αγγλικά → Αραβικά - coupling

προφορά
‏قرن، أقتران، التقارن، المقرنة‏
‏تقارني، قارن‏

Αγγλικά → Κινεζικά - coupling

προφορά
(名) 联结, 交尾, 结合

Αγγλικά → Κινεζικά - coupling

προφορά
(名) 聯結, 交尾, 結合

Αγγλικά → Ιαπωνικά - coupling

προφορά
(形) 接続; 連結; 結びつき
(名) 交配; 連結; 連結部(機械)
(動) つなぐ; 関連づける; 交尾する; くっつける

Αγγλικά → Κορεατικά - coupling

προφορά
명. 쌍짓기; 연결; 결합 부분(기계학)


dictionary extension
© dictionarist.com