Αγγλικά → Ελληνικά - count

προφορά
ουσ. κεφάλαιο κατηγορίας, λογαριασμός, μέτρημα, κόμης, αρίθμηση
ρήμ. αριθμώ, λογαριάζω, μετρώ, υπολογίζω, θεωρώ

Αγγλικά → Αγγλικά - count

προφορά
n. counting, numbering; amount; European nobleman
v. enumerate; take into account

Αγγλικά → Γαλλικά - count

προφορά
n. compte; chef d'accusation; comte
v. compter; additionner; considérer

Αγγλικά → Γερμανικά - count

προφορά
n. Zählung; Anklage; Graf
v. zählen

Αγγλικά → Ινδονησιακά - count

προφορά
n. hitungan, perhitungan, jumlah, perhatian, tuduhan, pangeran
v. menghitung, berhitung, membilang, memperhitungkan, menganggap, mengharapkan, memperharapkan, mempercayai, berarti, berharga, berlaku

Αγγλικά → Ιταλικά - count

προφορά
s. conteggio, conto, calcolo; (Dir) capo d'accusa; (Tess) titolo; conta
v. contare; calcolare, conteggiare; annoverare; considerare, reputare, ritenere

Αγγλικά → Πολωνικά - count

προφορά
n. hrabia, graf, obrachowanie, obrachunek, rachuba, rachunek, liczenie, obliczenie, poczet, wyliczenie, numer, przestępstwo
v. rachować, obrachować, porachować, obliczać, policzyć, przeliczyć, wyliczać, zliczać, naliczyć, liczyć, odliczać, polegać, oglądać się, znaczyć, liczyć się, obliczyć, przeliczać, wyliczyć, zliczyć

Αγγλικά → Πορτογαλικά - count

προφορά
s. contagem; consideração, estimação; alegação, acusação; questão; conde
v. contar; levar em conta; calcular

Αγγλικά → Ρουμανικά - count

προφορά
n. conte, socoteală, consideraţie, total, sumă, cap de acuzare
v. număra, socoti, calcula, pune la socoteală, totaliza, valora, considera, conta, lua în seamă ceva, avea importanţă

Αγγλικά → Ρωσικά - count

προφορά
с. счет, подсчет, сосчитанное число, итог; номер пряжи; пункт обвинительного акта; одиночный импульс; граф
г. считать, сосчитать, подсчитывать; просчитывать, пересчитывать, числить; принимать во внимание, идти в расчет; полагать, счесть; иметь значение

Αγγλικά → Ισπανικά - count

προφορά
s. cuenta, conteo, recuento; conde; escrutinio
v. contar, enumerar, tener importancia, significar

Αγγλικά → Τουρκικά - count

προφορά
f. saymak; hesaba katmak, varsaymak; addetmek, sayı saymak, sayılmak; önemi olmak
i. sayma, sayı; hesap, hesaba katma, önemseme; dava maddesi, iddialar; kont

Αγγλικά → Ουκρανικά - count

προφορά
n. рахунок, підрахунок, увага
v. рахувати, перелічувати, увага: брати до уваги, враховувати, вважати, налічувати, перераховувати

Αγγλικά → Ολλανδικά - count

προφορά
zn. telling; beschuldigingsclausule; graaf
ww. rekenen; meetellen

Αγγλικά → Αραβικά - count

προφορά
‏عد، فقرة إتهامية، الكونت النبيل، مبلغ اجمالي، إحصاء‏
‏عد حضر، أحصى، عد عدد، أثر، صرف، إعتبر، قدر، إتكل، دخل في الحساب، ساوى، أخذ بعين الإعتبار، أعلن‏

Αγγλικά → Κινεζικά - count

προφορά
(名) 计数; 总计, 总数; 计算; 罪状#伯爵
(动) 计算, 数; 认为; 将...计算在内; 看作; 数, 计数; 总计; 有重要意义, 有价值

Αγγλικά → Κινεζικά - count

προφορά
(名) 計數; 總計, 總數; 計算; 罪狀#伯爵
(動) 計算, 數; 認為; 將...計算在內; 看作; 數, 計數; 總計; 有重要意義, 有價值

Αγγλικά → Χίντι - count

προφορά
n. गणना, संख्या
v. गिनना, गिनती गिनना, गणना करना, गिनती करना, अंकों का हिसाब रखना, मानना, महत्त्वपूर्ण होना, सिम्मलित करना

Αγγλικά → Ιαπωνικά - count

προφορά
(名) 計算; 総数; 訴因事項; 伯爵
(動) 数える; 数に入れる; 含める

Αγγλικά → Κορεατικά - count

προφορά
명. 계산, 셈; 총계; 유럽의 백작
동. 세다, 셈에 넣다; 고려하다

Αγγλικά → Βιετναμικά - count

προφορά
n. sự tính toán, kiểm điểm, kiểm tra, tổng số, sự đếm
v. đếm, tính toán


dictionary extension

Χρονοι ρηματων

Present participle: counting
Present: count (3.person: counts)
Past: counted
Future: will count
Present conditional: would count
Present Perfect: have counted (3.person: has counted)
Past Perfect: had counted
Future Perfect: will have counted
Past conditional: would have counted
© dictionarist.com