Ισπανικά → Αγγλικά - costumbre

προφορά
[costumbre (f)] n. consuetude, custom having legal authority; custom, habit, convention; institution

Ισπανικά → Γαλλικά - costumbre

προφορά
1. (hábito) pratique (f); habitude (f); coutume (m); accoutumance (f); usage (m)
2. (carácter) habitudes (fp)

Ισπανικά → Γερμανικά - costumbre

προφορά
n. angewohnheit, gewohnheit, gepflogenheit, sitte, brauch, herkommen, usus, usance, gebrauch, übung, menstruation, regel

Ισπανικά → Ρωσικά - costumbre

προφορά
n. привычка, обычай

Ισπανικά → Κορεατικά - costumbre

προφορά
n. 버릇, 관습, 일상


dictionary extension
© dictionarist.com