Ισπανικά → Αγγλικά - correspondiente

προφορά
adj. corresponding, parallel

Ισπανικά → Γαλλικά - correspondiente

προφορά
1. (general) correspondant; conforme
2. (conforme) correspondant; parallèle; analogue
3. (escritura - hombre) correspondant (m)

Ισπανικά → Γερμανικά - correspondiente

προφορά
a. entsprechend, dementsprechend, übereinstimmend, einschlägig, zugehörig, dazugehörig, angehörig, zusammengehörig, passend, jeweilig, diesbezüglich, demgemäß, gebührend, gebührlich

Ισπανικά → Ρωσικά - correspondiente

προφορά
adj. соответствующий

Ισπανικά → Κορεατικά - correspondiente

προφορά
adj. 상응하는, 적당한, 대응하는


dictionary extension
© dictionarist.com