Ιταλικά → Αγγλικά - correo

προφορά
n. accomplice, partner in crime

Ισπανικά → Αγγλικά - correo

προφορά
adj. postal, of mail, pertaining to mail services; mailed

Ιταλικά → Γερμανικά - correo

προφορά
n. mittäter, mitschuldige

Ισπανικά → Γαλλικά - correo

προφορά
1. (general) services postaux
2. (correspondencia) correspondance (f); courrier (m)

Ισπανικά → Γερμανικά - correo

προφορά
n. bote, kurier, post, briefpost, korrespondenz, posteingang, mitschuldige

Ισπανικά → Ρωσικά - correo

προφορά
n. курьер, почта

Ισπανικά → Κορεατικά - correo

προφορά
n. 우편, 급사


dictionary extension
© dictionarist.com