Ιταλικά → Αγγλικά - corpulento

προφορά
adj. corpulent, stout, portly, fat, full bodied, burly, tubby

Πορτογαλικά → Αγγλικά - corpulento

προφορά
adj. stout, corpulent, abdominous, portly, fat; round; burly, strong

Ισπανικά → Αγγλικά - corpulento

προφορά
adj. corpulent, portly

Ιταλικά → Γαλλικά - corpulento

προφορά
(corpo) corpulent; bien en chair; gros; ventru; ventripotent; pansu {informal}; robuste; costaud; fort

Ιταλικά → Γερμανικά - corpulento

προφορά
adj. beleibt, dickleibig, kräftig, stark, behäbig, korpulent

Πορτογαλικά → Γαλλικά - corpulento

προφορά
(corpo) corpulent; bien en chair; gros; obèse

Ισπανικά → Γαλλικά - corpulento

προφορά
1. (cuerpo) gros; courtaud; corpulent; bien en chair; arrondi; ventru; ventripotent; pansu {informal}; robuste; costaud; fort
2. (persona) lourdaud
3. (cuerpo) silhouette replète

Ισπανικά → Γερμανικά - corpulento

προφορά
a. beleibt, korpulent, dick, behäbig

Ισπανικά → Ρωσικά - corpulento

προφορά
adj. массивный, крупный, полный, толстый

Ισπανικά → Κορεατικά - corpulento

προφορά
adj. 뚱뚱한, 몸집이 뚱뚱한, 무거운


dictionary extension
© dictionarist.com