Αγγλικά → Ελληνικά - corporation

προφορά
ουσ. σωματείο, συντεχνία, εταιρεία, δημοτικό συμβούλιο, νομικό πρόσωπο, σωματείο νομικώς ανεγνωρισμένο, ανώνυμος εταιρεία, μετοχική εταιρεία

Αγγλικά → Αγγλικά - corporation

προφορά
n. association of individuals legally authorized to act as an individual (Business)
n. corporation, fellowship, guild

Αγγλικά → Γαλλικά - corporation

προφορά
n. corporation, société

Αγγλικά → Γερμανικά - corporation

προφορά
n. Korporation, Firma

Αγγλικά → Ινδονησιακά - corporation

προφορά
n. badan hukum, badan gabungan, perusahaan, korporasi, staf pemerintah kota, perut

Αγγλικά → Ιταλικά - corporation

προφορά
s. (Dir) ente morale, corporazione; società a responsabilità limitata; società per azioni; ente, grande impresa

Αγγλικά → Πολωνικά - corporation

προφορά
n. korporacja, osoba prawna, spółka, brzuch {sl.}

Αγγλικά → Πορτογαλικά - corporation

προφορά
s. corporação

Αγγλικά → Ρουμανικά - corporation

προφορά
n. corporaţie, breaslă, consiliu, corp, municipalitate, burtă mare {fam.}

Αγγλικά → Ρωσικά - corporation

προφορά
с. корпорация, акционерное общество; большой живот

Αγγλικά → Ισπανικά - corporation

προφορά
s. corporación, empresa, empresa de envergadura, empresa de negocios, gran empresa, sociedad, sociedad anónima

Αγγλικά → Τουρκικά - corporation

προφορά
i. tüzel kişi; kurum, şirket, dernek, belediye yetkilileri; şiş göbek

Αγγλικά → Ουκρανικά - corporation

προφορά
n. об'єднання, корпорація, муніципалітет

Γαλλικά → Αγγλικά - corporation

προφορά
(f) n. corporation, fellowship, guild

Αγγλικά → Ολλανδικά - corporation

προφορά
zn. trust; corporatie

Γαλλικά → Γερμανικά - corporation

προφορά
n. korporation, körperschaft, innung, zunft, gilde, berufsverband

Γαλλικά → Ιταλικά - corporation

προφορά
(compagnie) ente privato; società {invariable}

Γαλλικά → Πορτογαλικά - corporation

προφορά
(compagnie) corporação (f)

Γαλλικά → Ρωσικά - corporation

προφορά
n. корпорация (f), цех (f)

Γαλλικά → Ισπανικά - corporation

προφορά
(compagnie) corporación (f)

Γαλλικά → Τουρκικά - corporation

προφορά
[la] lonca, esnaf derneği

Γαλλικά → Ολλανδικά - corporation

προφορά
(compagnie) maatschappij (f); naamloze vennootschap (f)

Αγγλικά → Αραβικά - corporation

προφορά
‏شركة، نقابة، البطن، جماعة‏

Αγγλικά → Κινεζικά - corporation

προφορά
(名) 法人; 股份公司; 社团法人; 市政府

Αγγλικά → Κινεζικά - corporation

προφορά
(名) 法人; 股份公司; 社團法人; 市政府

Αγγλικά → Χίντι - corporation

προφορά
n. निगम, व्यापारसंध

Αγγλικά → Ιαπωνικά - corporation

προφορά
(名) 法人; 株式会社(商業)

Αγγλικά → Κορεατικά - corporation

προφορά
명. 법인, 주식회사

Αγγλικά → Βιετναμικά - corporation

προφορά
n. công ty, pháp nhân, bụng phệ


dictionary extension
© dictionarist.com