Αγγλικά → Ελληνικά - corner

προφορά
ουσ. κοχή, γωνία
ρήμ. μονοπωλώ, παίρνω στροφή, στρίβω

Αγγλικά → Αγγλικά - corner

προφορά
n. place where two surfaces meet; angle
v. hold at bay; gain advantage on the market; approach; catch, trap
n. corner, place where two surfaces meet

Αγγλικά → Γαλλικά - corner

προφορά
n. coin, angle
v. acculer, mettre au pied du mur; accaparer le marché; prendre un virage, virer

Αγγλικά → Γερμανικά - corner

προφορά
n. Ecke; Winkel
v. in die Enge treiben, in die Ecke drücken; in der Falle haben

Αγγλικά → Ινδονησιακά - corner

προφορά
n. sudut, simpang, pojok, bucu, menyendiri: tempat menyendiri, penjuru, jorong, ruang, ruangan, pelosok, monopoli
v. mengepung, menguasai harga pasaran, memonopoli

Αγγλικά → Ιταλικά - corner

προφορά
s. angolo; spigolo; canto; cantuccio, angoletto; guarnizione d'angolo; (Econ) accaparramento, incetta; monopolizzazione; corner
v. mettere all'angolo; mettere con le spalle al muro; girare, voltare l'angolo

Αγγλικά → Πολωνικά - corner

προφορά
n. kąt, róg, rożek, zakątek, kącik, zakręt, naroże, narożnik, korner, rzut rożny
v. przypierać do muru, skręcać na zakręcie
a. narożny, narożnikowy, węgielny

Αγγλικά → Πορτογαλικά - corner

προφορά
s. canto; ângulo; extremidade
v. encurralar; monopolizar, fazer uma curva

Αγγλικά → Ρουμανικά - corner

προφορά
n. colţ, ungher, loc retras, loc ascuns, loc, parte, colţar
v. încolţi, înghesui, acapara, stoca {fin.}, face stocuri, lua un viraj, pune într-un col, depăşi punctul critic, strânge cu uşă {fig.}

Αγγλικά → Ρωσικά - corner

προφορά
с. угол, уголок, закоулок, потайной уголок; часть, район; угловой удар; край, ребро, кант; скупка монополистами товара со спекулятивными целями; неловкое положение, затруднение
г. загонять в угол, загонять в тупик, припереть к стене

Αγγλικά → Ισπανικά - corner

προφορά
s. esquina, ángulo, cornijal, rincón, rinconada; córner
v. poner en una esquina, acorralar, arrinconar, copar; rodear, sitiar; acaparar, monopolizar

Αγγλικά → Τουρκικά - corner

προφορά
f. köşeye sıkıştırmak, kıstırmak; köşe oluşturmak; köşe dönmek; virajı almak; ele geçirmek
i. köşe, açı, köşe atışı; ücra yer, kuytu, bölge, bucak, tekel oluşturma
s. köşe, köşede olan

Αγγλικά → Ουκρανικά - corner

προφορά
n. кут, куток, ріг, закуток, закапелок, секундант
v. безвихідь: загнати у безвихідь, куток: поставити в куток
a. кутній, кутовий

Γαλλικά → Αγγλικά - corner

προφορά
v. blare; make dog-eared

Γερμανικά → Αγγλικά - corner

προφορά
v. hold at bay; gain advantage on the market; approach; catch, trap

Ιταλικά → Αγγλικά - corner

προφορά
n. corner, angle (Football)

Αγγλικά → Ολλανδικά - corner

προφορά
zn. hoek; hoek (in meetkunde)
ww. insluiten; overnemen van de markt

Γαλλικά → Γερμανικά - corner

προφορά
n. ecke, corner, eckball, eckstoß
v. knicken, tuten

Γαλλικά → Ιταλικά - corner

προφορά
1. (son) suonare; sonare
2. (automobiles) suonare il clacson

Γαλλικά → Πορτογαλικά - corner

προφορά
1. (son) tocar; fazer soar
2. (automobiles) buzinar; tocar a buzina

Γαλλικά → Ρωσικά - corner

προφορά
n. угловой удар (m)
v. трубить в рог, загнуть угол (страницы), бодать

Γαλλικά → Ισπανικά - corner

προφορά
1. (son) tocar; sonar
2. (automobiles) sonar la bocina

Γαλλικά → Τουρκικά - corner

προφορά
[le] korner, korner atışı

Γερμανικά → Γαλλικά - corner

προφορά
n. corner (m)

Γαλλικά → Ολλανδικά - corner

προφορά
1. (son) toeteren
2. (automobiles) toeteren; claxonneren

Αγγλικά → Αραβικά - corner

προφορά
‏واقع عند زاوية، قرنة، ركن، زاوية، ملتقى شارعين، موقف حرج، إحتكار، مأزق‏
‏إنعطف حول زاوية، زوى، إحتكر، إلتقى عند زاوية، سوق‏
‏زاوي‏

Αγγλικά → Κινεζικά - corner

προφορά
(名) 角落, 窘境, 转角
(动) 迫至一隅; 使陷入绝境; 垄断; 相交成角; 囤积

Αγγλικά → Κινεζικά - corner

προφορά
(名) 角落, 窘境, 轉角
(動) 迫至一隅; 使陷入絕境; 壟斷; 相交成角; 囤積

Αγγλικά → Χίντι - corner

προφορά
n. कोण, कोना, गोशा, नुक्कड़

Αγγλικά → Ιαπωνικά - corner

προφορά
(動) 追い詰める; 窮地に追いやる; 角を曲がる
(名) コーナー, 角; 町角; 曲がり角; 隅

Αγγλικά → Κορεατικά - corner

προφορά
명. 모퉁이, 구석; 모서리
동. 궁지에 몰아넣다; 시장에서 좋은 자리를 차지하다; 접근하다; 구석으로 몰아넣어 잡다

Αγγλικά → Βιετναμικά - corner

προφορά
n. góc, cạnh, khóe mắt, xó nhà, góc đường, khúc quẹo, chổ đường quẹo, sự lủng đoạn thị trường
v. để vào góc, lủng đoạn


dictionary extension

Χρονοι ρηματων

Present participle: cornering
Present: corner (3.person: corners)
Past: cornered
Future: will corner
Present conditional: would corner
Present Perfect: have cornered (3.person: has cornered)
Past Perfect: had cornered
Future Perfect: will have cornered
Past conditional: would have cornered
© dictionarist.com