Αγγλικά → Ελληνικά - convulsion

προφορά
ουσ. σπασμός, αναστάτωση

Αγγλικά → Αγγλικά - convulsion

προφορά
n. violent shaking, spasmodic muscular contraction; disturbance, commotion
n. convulsion, disturbance, upheaval
n. convulsion; upheaval

Αγγλικά → Γαλλικά - convulsion

προφορά
n. convulsion, bouleversement

Αγγλικά → Γερμανικά - convulsion

προφορά
n. Zuckung, Erschütterung

Αγγλικά → Ινδονησιακά - convulsion

προφορά
n. ledakan, ketawa terbahak-bahak

Αγγλικά → Ιταλικά - convulsion

προφορά
s. (Med) convulsioni; convulsione, parossismo, (pop) convulso; (fig) agitazione, sconvolgimento

Αγγλικά → Πολωνικά - convulsion

προφορά
n. konwulsja, spazm, drgawka, podryg, wstrząs polityczny

Αγγλικά → Πορτογαλικά - convulsion

προφορά
s. convulsão

Αγγλικά → Ρουμανικά - convulsion

προφορά
n. convulsie, acces, cutremur, râs cu hohote, zguduire, zvârcolire, frământat

Αγγλικά → Ρωσικά - convulsion

προφορά
с. судорога, конвульсия, потрясение, колебание, катаклизм

Αγγλικά → Ισπανικά - convulsion

προφορά
s. convulsión, espasmo; agitación, conmoción

Αγγλικά → Τουρκικά - convulsion

προφορά
i. çırpınma, kasılma, katılma, sarsıntı

Αγγλικά → Ουκρανικά - convulsion

προφορά
n. судома, конвульсія, потрясіння

Γαλλικά → Αγγλικά - convulsion

προφορά
(f) n. convulsion, disturbance, upheaval

Αγγλικά → Ολλανδικά - convulsion

προφορά
zn. kramp; samentrekking

Γαλλικά → Γερμανικά - convulsion

προφορά
n. konvulsion, zuckung

Γαλλικά → Ιταλικά - convulsion

προφορά
1. (visage) contorcimento (m); contorsione (f); smorfia (f)
2. (médecine) convulsione (f); spasmo (m)

Γαλλικά → Πορτογαλικά - convulsion

προφορά
1. (visage) contração (f)
2. (médecine) convulsão (f); espasmo (m); ataque (m); acesso (m)

Γαλλικά → Ρωσικά - convulsion

προφορά
n. конвульсия (f), судорога (f)

Γαλλικά → Ισπανικά - convulsion

προφορά
1. (visage) contorsión (f)
2. (médecine) convulsión (f); espasmo (m)

Γαλλικά → Τουρκικά - convulsion

προφορά
[la] kasılma, çırpınma

Γαλλικά → Ολλανδικά - convulsion

προφορά
1. (visage) verwrongenheid (f)
2. (médecine) stuiptrekking (f); convulsie (f); kramp (m/f); spasme (n)

Αγγλικά → Αραβικά - convulsion

προφορά
‏إضطراب عنيف، تشنج، نوبة ضحك‏

Αγγλικά → Κινεζικά - convulsion

προφορά
(名) 震动, 动乱, 震撼

Αγγλικά → Κινεζικά - convulsion

προφορά
(名) 震動, 動亂, 震撼

Αγγλικά → Ιαπωνικά - convulsion

προφορά
(名) けいれん; 笑いの激しい発作; 動揺

Αγγλικά → Κορεατικά - convulsion

προφορά
명. 경련; 소동, 동란, 파동

Αγγλικά → Βιετναμικά - convulsion

προφορά
n. chứng co quắp, chứng động kinh, cười thắt ruột, sự lay chuyển, rung chuyển, cuộc chánh biến


© dictionarist.com