Αγγλικά → Ελληνικά - convincing

προφορά
επίθ. πειστικός

Αγγλικά → Αγγλικά - convincing

προφορά
adj. persuasive, influential
n. persuasion, influencing, swaying

Αγγλικά → Γαλλικά - convincing

προφορά
adj. convaincant
n. persuasion

Αγγλικά → Γερμανικά - convincing

προφορά
[convince] v. überzeugen
adj. überzeugend
n. Überzeugung

Αγγλικά → Ινδονησιακά - convincing

προφορά
a. meyakinkan: yg meyakinkan

Αγγλικά → Ιταλικά - convincing

προφορά
agg. convincente, persuasivo
s. l'atto di convincere

Αγγλικά → Πολωνικά - convincing

προφορά
a. przekonywający

Αγγλικά → Πορτογαλικά - convincing

προφορά
s. convincente

Αγγλικά → Ρουμανικά - convincing

προφορά
a. convingător, doveditor, grăitor, concludent

Αγγλικά → Ρωσικά - convincing

προφορά
прил. убедительный
с. убеждение

Αγγλικά → Ισπανικά - convincing

προφορά
adj. convincente, contundente, elocuente, persuasivo, sólido
s. convencimiento

Αγγλικά → Τουρκικά - convincing

προφορά
s. tatmin edici, inandırıcı, ikna edici
i. ikna

Αγγλικά → Ουκρανικά - convincing

προφορά
a. переконливий, довідний

Αγγλικά → Ολλανδικά - convincing

προφορά
zn. overtuigend

Αγγλικά → Αραβικά - convincing

προφορά
‏مفحم، مقنع‏

Αγγλικά → Κινεζικά - convincing

προφορά
(形) 使人信服的, 令人心悦诚服的, 有力的

Αγγλικά → Κινεζικά - convincing

προφορά
(形) 使人信服的, 令人心悅誠服的, 有力的

Αγγλικά → Χίντι - convincing

προφορά
a. यक़ीनी, ठोस

Αγγλικά → Ιαπωνικά - convincing

προφορά
(名) 説得力があること, 納得がいくこと, 左右されること
(形) 説得力のある
(動) 確信させる; 納得させる

Αγγλικά → Κορεατικά - convincing

προφορά
형. 설득력 있는
명. 설득하기

Αγγλικά → Βιετναμικά - convincing

προφορά
a. minh xác


dictionary extension
© dictionarist.com