Αγγλικά → Ελληνικά - conventional

προφορά
επίθ. συνβατικός, συμβατικός, συνηθισμένος, παραδοσιακός, εθιμοτυπικός, τυπικός, κλασσικός

Αγγλικά → Αγγλικά - conventional

προφορά
adj. customary, routine; formal

Αγγλικά → Γαλλικά - conventional

προφορά
adj. conventionnel; classique, traditionnel

Αγγλικά → Γερμανικά - conventional

προφορά
adj. konventionell

Αγγλικά → Ινδονησιακά - conventional

προφορά
a. tradisional, biasa, adat: yg memegang adat, konvensionil, lazim, senonoh

Αγγλικά → Ιταλικά - conventional

προφορά
agg. convenzionale, formale, convenzionalista; comune, corrente; (Dir) contrattuale

Αγγλικά → Πολωνικά - conventional

προφορά
a. konwencjonalny, konwencyjny, umowny, obowiązujący, stereotypowy, standardowy, klasyczny, stosowany

Αγγλικά → Πορτογαλικά - conventional

προφορά
adj. convencional, rotineiro

Αγγλικά → Ρουμανικά - conventional

προφορά
a. convenţional, oficial, ortodox, uzitat

Αγγλικά → Ρωσικά - conventional

προφορά
прил. приличный, светский; обычный, общепринятый, традиционный; обусловленный, договоренный; стандартный; удовлетворяющий техническим условиям; условный, прописной

Αγγλικά → Ισπανικά - conventional

προφορά
adj. convencional, estándar, usual; ortodoxo; ceremonioso, protocolario

Αγγλικά → Τουρκικά - conventional

προφορά
s. geleneksel, konvensiyonel, atomik olmayan, basmakalıp, beylik

Αγγλικά → Ουκρανικά - conventional

προφορά
a. порядний, ввічливий, звичайний, загальноприйнятий, обумовлений, звичний, неядерний, умовний

Ρουμανικά → Αγγλικά - conventional

adj. conventional, nominal, hypocritical, artificial, sham
adv. conventionally

Αγγλικά → Ολλανδικά - conventional

προφορά
bn. gewoon; conventioneel

Αγγλικά → Αραβικά - conventional

προφορά
‏تقليدي، مألوف، متمسك بالعرف، إصطلاحي، مبتذل، عادي، مؤتمر، لطيف بطريقة رسمية، مؤتمري‏

Αγγλικά → Κινεζικά - conventional

προφορά
(形) 传统的, 约定的, 习惯的; 常规的

Αγγλικά → Κινεζικά - conventional

προφορά
(形) 傳統的, 約定的, 習慣的; 常規的

Αγγλικά → Χίντι - conventional

προφορά
a. शर्त लगाय हुआ

Αγγλικά → Ιαπωνικά - conventional

προφορά
(形) 型にはまった; 慣習的な; 通常の, 恒例の

Αγγλικά → Κορεατικά - conventional

προφορά
형. 전통적인, 인습적인, 관례적인; 공식적인

Αγγλικά → Βιετναμικά - conventional

προφορά
a. theo hiệp ước, theo hiệp định, theo tập quán, tập tục, lể nghi, đặt ra, sự thỏa thuận


dictionary extension
© dictionarist.com