Αγγλικά → Ελληνικά - convene

προφορά
ρήμ. συγκαλώ, συγκαλούμαι, συνέρχομαι, συνεδριάζω

Αγγλικά → Αγγλικά - convene

προφορά
v. assemble; gather

Αγγλικά → Γαλλικά - convene

προφορά
v. convoquer, réunir; s'assembler

Αγγλικά → Γερμανικά - convene

προφορά
v. versammeln; sich versammeln

Αγγλικά → Ινδονησιακά - convene

προφορά
v. memanggil berkumpul, memanggil rapat, bersidang, berapat

Αγγλικά → Ιταλικά - convene

προφορά
v. convenire, radunarsi, riunirsi

Αγγλικά → Πολωνικά - convene

προφορά
v. zbierać się, zbierać, zwołać, zawezwać, zebrać, zwoływać

Αγγλικά → Πορτογαλικά - convene

προφορά
v. reunir; reunir-se, agregar; congregar, convergir; fazer assembléia

Αγγλικά → Ρουμανικά - convene

προφορά
v. chema, convoca, ridica, reuni, reuni: se reuni, fi convocat

Αγγλικά → Ρωσικά - convene

προφορά
г. созывать, собирать, собираться, вызывать, вызывать в суд

Αγγλικά → Ισπανικά - convene

προφορά
v. convocar, congregar, llamar; congregarse, reunirse; convocar a; llamar a comparecer, citar, hacer comparecer

Αγγλικά → Τουρκικά - convene

προφορά
f. toplamak, toplantıya çağırmak, toplanmak, mahkemeye celbetmek

Αγγλικά → Ουκρανικά - convene

προφορά
v. скликати, збирати, суд: викликати до суду, збиратися

Αγγλικά → Ολλανδικά - convene

προφορά
ww. bijeenkomen; verzamelen

Αγγλικά → Αραβικά - convene

προφορά
‏عقد، إلتأم، إجتمع، دعا للمثول‏

Αγγλικά → Κινεζικά - convene

προφορά
(动) 集会; 聚集; 召集; 传唤...出庭受审, 票传

Αγγλικά → Κινεζικά - convene

προφορά
(動) 集會; 聚集; 召集; 傳喚...出庭受審, 票傳

Αγγλικά → Χίντι - convene

προφορά
v. आयोजित करना, बुलाना, बुलवाना

Αγγλικά → Ιαπωνικά - convene

προφορά
(動) 招集する; 開かれる, 開催される; 会合する

Αγγλικά → Κορεατικά - convene

προφορά
동. 소집하다, 회합하다; 모이다

Αγγλικά → Βιετναμικά - convene

προφορά
v. triệu tập, nhóm họp, hội họp, họp lại


dictionary extension

Χρονοι ρηματων

Present participle: convening
Present: convene (3.person: convenes)
Past: convened
Future: will convene
Present conditional: would convene
Present Perfect: have convened (3.person: has convened)
Past Perfect: had convened
Future Perfect: will have convened
Past conditional: would have convened
© dictionarist.com