Αγγλικά → Ελληνικά - contrive

προφορά
ρήμ. εφευρίσκω, επινοώ, καταφέρνω, μηχανεύομαι, σκαρώνω

Αγγλικά → Αγγλικά - contrive

προφορά
v. devise, invent, concoct; succeed through stratagem; manage to do something

Αγγλικά → Γαλλικά - contrive

προφορά
v. s'arranger, créer, réaliser, réussir

Αγγλικά → Γερμανικά - contrive

προφορά
v. entwerfen, erfinden; zustandebringen

Αγγλικά → Ινδονησιακά - contrive

προφορά
v. menciptakan, mereka, membuat, menyusun, merancang, memikirkan, memikir, merencanakan, berusaha, mencari akal

Αγγλικά → Ιταλικά - contrive

προφορά
v. escogitare, ideare, trovare; inventare; costruire, fare; fare in modo di, trovare il sistema di, riuscire a

Αγγλικά → Πολωνικά - contrive

προφορά
v. wymyślać, obmyślać, wykombinować, kombinować, wycyrklować, poradzić sobie, potrafić, powodować, radzić sobie, wymyśleć, wymyślić, obmyślić

Αγγλικά → Πορτογαλικά - contrive

προφορά
v. idear, planejar, inventar; tramar; conseguir

Αγγλικά → Ρουμανικά - contrive

προφορά
v. inventa, născoci, aranja, combina, pune la cale, reuşi, descurca: se descurca, izbuti, face planuri

Αγγλικά → Ρωσικά - contrive

προφορά
г. изобретать, придумывать, замышлять, затевать, ухитряться, умудряться, справляться, устраивать свои дела

Αγγλικά → Ισπανικά - contrive

προφορά
v. tramar, discurrir, elucubrar, fraguar, urdir; inventar, idear, ingeniar; confabularse, conchabar; ingeniarse, apañarse, darse maña, ser ingenioso

Αγγλικά → Τουρκικά - contrive

προφορά
f. icat etmek, bulmak, tasarlamak, yapmak, başarmak, planlamak, ev idare etmek

Αγγλικά → Ουκρανικά - contrive

προφορά
v. вигадувати, винаходити, затівати, ухитрятися, видумати, виметикувати, вимислити, вимудрувати, винайти, коїти, метикувати, прихитрятися

Αγγλικά → Ολλανδικά - contrive

προφορά
ww. voor elkaar krijgen; bedenken; uitvinden

Αγγλικά → Αραβικά - contrive

προφορά
‏إستنبط، إخترع، تدبر، يوجد وسيلة، دبر، رسم خططا، لفق‏

Αγγλικά → Κινεζικά - contrive

προφορά
(动) 发明; 策划, 图谋; 设计; 设法做到, 以计谋达成; 谋划

Αγγλικά → Κινεζικά - contrive

προφορά
(動) 發明; 策劃, 圖謀; 設計; 設法做到, 以計謀達成; 謀劃

Αγγλικά → Χίντι - contrive

προφορά
v. ईजाद करना, आविष्कार करना

Αγγλικά → Ιαπωνικά - contrive

προφορά
(動) 工夫する; 企む, 企てる; どうにかやる

Αγγλικά → Κορεατικά - contrive

προφορά
동. 고안하다, 연구하다, 꾸미다, 그럭저럭 ...해내다, 일부러 저지르다, 일부러 초래하다, 꾸려 나가다

Αγγλικά → Βιετναμικά - contrive

προφορά
v. bày ra, trù liệu, đặt ra, tìm cách, âm mưu, xoay sở, trù tính


dictionary extension

Χρονοι ρηματων

Present participle: contriving
Present: contrive (3.person: contrives)
Past: contrived
Future: will contrive
Present conditional: would contrive
Present Perfect: have contrived (3.person: has contrived)
Past Perfect: had contrived
Future Perfect: will have contrived
Past conditional: would have contrived
© dictionarist.com