Αγγλικά → Ελληνικά - contribution

προφορά
ουσ. συνεισφορά, συνεργασία, άρθρο, εισφορά, συμβολή

Αγγλικά → Αγγλικά - contribution

προφορά
n. act of donating; donation, something donated, something given
n. contribution, donation, input

Αγγλικά → Γαλλικά - contribution

προφορά
n. contribution, cotisation

Αγγλικά → Γερμανικά - contribution

προφορά
n. Beitrag

Αγγλικά → Ινδονησιακά - contribution

προφορά
n. iuran, kontribusi, sumbangan, andil, kerja sama, pajak, bea

Αγγλικά → Ιταλικά - contribution

προφορά
s. contribuzione; contributo; (Giorn) collaborazione; imposta, tassa

Αγγλικά → Πολωνικά - contribution

προφορά
n. udział, wkładka, aport {ekon.}, wkład, ofiara, przyczynek, zasługa, datek, kontrybucja, przyczynienie

Αγγλικά → Πορτογαλικά - contribution

προφορά
s. contribuição

Αγγλικά → Ρουμανικά - contribution

προφορά
n. contribuţie, participare, colaborare, ajutor, articol, publicare, contingent, subscripţie, rechiziţionare, impozit, taxă, aport

Αγγλικά → Ρωσικά - contribution

προφορά
с. пожертвование, взнос, вклад, сотрудничество, статья, содействие

Αγγλικά → Ισπανικά - contribution

προφορά
s. contribución, aportación, aporte, ayuda, colaboración, ofrenda, subsidio

Αγγλικά → Τουρκικά - contribution

προφορά
i. yardım, bağış, iştirak, katkı, yazı, makale, destek

Αγγλικά → Ουκρανικά - contribution

προφορά
n. жертвування, внесок, співробітництво, контрибуція

Γαλλικά → Αγγλικά - contribution

προφορά
(f) n. contribution, donation, input

Αγγλικά → Ολλανδικά - contribution

προφορά
zn. gift, schenking; kontributie

Γαλλικά → Γερμανικά - contribution

προφορά
n. kontribution, input, beitrag

Γαλλικά → Ιταλικά - contribution

προφορά
1. (général) contribuzione (f); contributo (m)
2. (cotisation) contributo (m); donazione (m)

Γαλλικά → Πορτογαλικά - contribution

προφορά
1. (général) contribuição (f)
2. (cotisation) contribuição (f); donativo (m); colaboração (f)

Γαλλικά → Ρωσικά - contribution

προφορά
n. налог (f), контрибуция (f), вклад (в науку) (f)

Γαλλικά → Ισπανικά - contribution

προφορά
1. (général) contribución (f)
2. (cotisation) contribución (f); donativo (m)

Γαλλικά → Τουρκικά - contribution

προφορά
[la] vergi; pay; katkı, yardım

Γαλλικά → Ολλανδικά - contribution

προφορά
1. (général) bijdrage (m/f); inbreng (m); contributie (f)
2. (cotisation) bijdrage (m/f); contributie (f); donatie (f)

Αγγλικά → Αραβικά - contribution

προφορά
‏تبرع، إسهام، ضريبة، هبة، مأثرة، مقالة معدة للنشر، مال متبرع به، مساعدة‏

Αγγλικά → Κινεζικά - contribution

προφορά
(名) 捐助, 贡献, 捐助之物

Αγγλικά → Κινεζικά - contribution

προφορά
(名) 捐助, 貢獻, 捐助之物

Αγγλικά → Χίντι - contribution

προφορά
n. योगदान, चंदा, अंशदान

Αγγλικά → Ιαπωνικά - contribution

προφορά
(名) 寄付; 貢献; 寄稿すること

Αγγλικά → Κορεατικά - contribution

προφορά
명. 기부하기; 기부금

Αγγλικά → Βιετναμικά - contribution

προφορά
n. sự đóng góp, góp phần, sự bắt buộc đóng góp, bài viết cho báo, sự góp sức, sự giúp vào, sự chịu phần


dictionary extension
© dictionarist.com