Αγγλικά → Ελληνικά - contender

προφορά
ουσ. αγωνιζόμενος, ανταγωνιστής, αντίπαλος

Αγγλικά → Αγγλικά - contender

προφορά
n. rival, competitor; applicant (for a position)
v. contend
v. contend, struggle, contest, challenge; vie

Αγγλικά → Γαλλικά - contender

προφορά
n. concurrent; candidat

Αγγλικά → Γερμανικά - contender

προφορά
n. Thronprätendent; Bewerber (Arbeit)

Αγγλικά → Ινδονησιακά - contender

προφορά
n. penyaing, lawan, pendebat, pembantah

Αγγλικά → Ιταλικά - contender

προφορά
s. contendente, concorrente

Αγγλικά → Πολωνικά - contender

προφορά
n. zawodnik

Αγγλικά → Πορτογαλικά - contender

προφορά
s. contendor, antagonista; candidato ao trono

Αγγλικά → Ρωσικά - contender

προφορά
с. соперник, претендент, кандидат

Αγγλικά → Ισπανικά - contender

προφορά
s. competidor, contendiente, contrincante, retador, rival

Αγγλικά → Τουρκικά - contender

προφορά
i. mücâdele eden kimse, rakip, yarışmacı, iddiacı

Αγγλικά → Ουκρανικά - contender

προφορά
n. суперник, претендент

Πορτογαλικά → Αγγλικά - contender

προφορά
v. contend, struggle, contest, challenge; vie

Ισπανικά → Αγγλικά - contender

προφορά
v. contend

Αγγλικά → Ολλανδικά - contender

προφορά
zn. troonopvolger; kandidaat voor (een baan)

Αγγλικά → Αραβικά - contender

προφορά
‏المنافس، زاعم، الخصم‏

Αγγλικά → Κινεζικά - contender

προφορά
(名) 争夺者; 竞争者

Αγγλικά → Κινεζικά - contender

προφορά
(名) 爭奪者; 競爭者

Αγγλικά → Χίντι - contender

προφορά
n. प्रतियोगी

Αγγλικά → Ιαπωνικά - contender

προφορά
(名) 競い合う人, 競合相手; 挑戦者(地位のための)

Αγγλικά → Κορεατικά - contender

προφορά
명. 경쟁자; 응시자 ( 어떤 자리에 대한)


dictionary extension
© dictionarist.com