Αγγλικά → Ελληνικά - contain

προφορά
ρήμ. περιέχω, αναχαιτίζω, διαιρούμαι, περικλείω, περιλαμβάνω, συγκρατώ, χωρώ, περιορίζω

Αγγλικά → Αγγλικά - contain

προφορά
v. include, have within; restrain, keep under control

Αγγλικά → Γαλλικά - contain

προφορά
v. contenir, comprendre; contenir (une foule)

Αγγλικά → Γερμανικά - contain

προφορά
v. enthalten, beinhalten; aufhalten

Αγγλικά → Ινδονησιακά - contain

προφορά
v. berisi, mengandung, bermuatan, mengangkut, muat, memuat, menampung, mengetahui, menahan, menguasai, mengekang, membatasi

Αγγλικά → Ιταλικά - contain

προφορά
v. contenere; avere la capacità di; comprendere; frenare, trattenere; fermare

Αγγλικά → Πολωνικά - contain

προφορά
v. zawierać, mieścić w sobie, pomieścić, podzielny: być podzielnym przez daną liczbę, hamować, objąć, powstrzymać, zawrzeć, pomieszczać, obejmować, powstrzymywać

Αγγλικά → Πορτογαλικά - contain

προφορά
v. conter, pertencer; refrear

Αγγλικά → Ρουμανικά - contain

προφορά
v. conţine, cuprinde, include, umple, admite, închide, opri, divizibil: fi divizibil prin, stăpâni: se stăpâni, reţine: se reţine

Αγγλικά → Ρωσικά - contain

προφορά
г. содержать, содержать в себе, содержаться, вмещать, сдерживать, сдерживаться, делиться без остатка

Αγγλικά → Ισπανικά - contain

προφορά
v. contener, comprender, encerrar, incluir; estar hecho de

Αγγλικά → Τουρκικά - contain

προφορά
f. kapsamak, içermek, eşit olmak, içine almak, ihtiva etmek, frenlemek; tutmak, zaptetmek

Αγγλικά → Ουκρανικά - contain

προφορά
v. містити в собі, стримувати, стримуватися, зміщати, обсягати

Αγγλικά → Ολλανδικά - contain

προφορά
ww. bevatten; inhouden

Αγγλικά → Αραβικά - contain

προφορά
‏إحتوى، تضمن، إشتمل، وسع، إتسع، ساوى، كبح، كبت‏

Αγγλικά → Κινεζικά - contain

προφορά
(动) 包含; 容忍; 容纳

Αγγλικά → Κινεζικά - contain

προφορά
(動) 包含; 容忍; 容納

Αγγλικά → Χίντι - contain

προφορά
v. नियंत्रित करना, समाविष्ट करना

Αγγλικά → Ιαπωνικά - contain

προφορά
(動) 含む; 抑える; …で割り切れる

Αγγλικά → Κορεατικά - contain

προφορά
동. 담고 았다, 포함하다; 억누르다, 견제하다

Αγγλικά → Βιετναμικά - contain

προφορά
v. chứa, đựng, bao hàm


dictionary extension

Χρονοι ρηματων

Present participle: containing
Present: contain (3.person: contains)
Past: contained
Future: will contain
Present conditional: would contain
Present Perfect: have contained (3.person: has contained)
Past Perfect: had contained
Future Perfect: will have contained
Past conditional: would have contained
© dictionarist.com