Αγγλικά → Ελληνικά - construct

προφορά
ρήμ. κτίζω, οικοδομώ, κατασκευάζω, φτιάχνω, χτίζω

Αγγλικά → Αγγλικά - construct

προφορά
n. pattern; concept
v. build, assemble, put together

Αγγλικά → Γαλλικά - construct

προφορά
n. forme, modèle; notion, concept
v. construire, confectionner

Αγγλικά → Γερμανικά - construct

προφορά
n. Muster; Konzept
v. bauen, zusammensetzen

Αγγλικά → Ινδονησιακά - construct

προφορά
n. gagasan, konsepsi, konsep
v. mendirikan, memperdirikan, membangun, menciptakan, mencipta, menyusun

Αγγλικά → Ιταλικά - construct

προφορά
s. costruzione; costruzione intellettuale
v. costruire, fare, fabbricare; congegnare, formare

Αγγλικά → Πολωνικά - construct

προφορά
v. budować, zbudować, konstruować, skonstruować, tworzyć, rysować

Αγγλικά → Πορτογαλικά - construct

προφορά
s. construção; idéia
v. construir, montar

Αγγλικά → Ρουμανικά - construct

προφορά
v. construi, clădi, zidi, ridica, crea, alcătui, croi

Αγγλικά → Ρωσικά - construct

προφορά
с. строить
г. строить, сооружать, конструировать, воздвигать, создавать; придумывать, сочинять, составлять

Αγγλικά → Ισπανικά - construct

προφορά
s. construcción; término
v. construir, edificar, erigir, estructurar, hacer; ser edificante

Αγγλικά → Τουρκικά - construct

προφορά
f. inşa etmek, kurmak; dikmek, düzenlemek, çizmek

Αγγλικά → Ουκρανικά - construct

προφορά
v. будувати, споруджувати, створювати, збудувати, конструювати, побудувати

Αγγλικά → Ολλανδικά - construct

προφορά
zn. constructie
ww. bouwen; samenstellen, assembleren

Αγγλικά → Αραβικά - construct

προφορά
‏بنى، شيد، أنشأ، رتب، نظم، ركب‏

Αγγλικά → Κινεζικά - construct

προφορά
(名) 构思的结果, 构想; 概念
(动) 建造; 创立; 构造

Αγγλικά → Κινεζικά - construct

προφορά
(名) 構思的結果, 構想; 概念
(動) 建造; 創立; 構造

Αγγλικά → Χίντι - construct

προφορά
v. निर्माण करना, तामीर करना, रचना करना

Αγγλικά → Ιαπωνικά - construct

προφορά
(動) 組み立てる; 構築する; 作図する
(名) 構成概念

Αγγλικά → Κορεατικά - construct

προφορά
명. 건조물; 개념
동. 만들다, 건설하다, 조립하다

Αγγλικά → Βιετναμικά - construct

προφορά
v. xây dựng, kiến trúc, cất lên


dictionary extension

Χρονοι ρηματων

Present participle: constructing
Present: construct (3.person: constructs)
Past: constructed
Future: will construct
Present conditional: would construct
Present Perfect: have constructed (3.person: has constructed)
Past Perfect: had constructed
Future Perfect: will have constructed
Past conditional: would have constructed
© dictionarist.com